Ὁ ἑορτασμός τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν στά Κύθηρα (video & φωτογραφίες)
treis ierarxes 2018 15

Ὅπως κάθε χρόνο, ἔτσι καί φέτος ἑορτάσαμε στό νησί μας τήν ἑορτή τριῶν πνευματικῶν γιγάντων : τῶν Ἁγίων Βασιλείου τοῦ  Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ  Ναζιανζηνοῦ  καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μέ ἐπισημότητα, τόσο κατά τήν παραμονή, ὅσο καί κατά τήν κυριώνυμη ἡμέρα.

πανηγυρική Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία μέ ἀρτοκλασία ἔγινε στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ Χώρας Κυθήρων γιά τόν ἐκκλησιασμό τῆς μαθητιώσης νεολαίας τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Χώρας - Καρβουνάδων. Θεῖες Λειτουργίες ἔγιναν στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Καρβουνάδας γιά τόν ἐκκλησιασμό τῶν μαθητῶν τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Χώρας – Καρβουνάδων, στήν Παναγία τήν Ἱλαριώτισσα γιά τόν ἐκκλησιασμό τῶν μαθητῶν τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Ποταμοῦ, στόν Ἱερό Ναό Ἀναλήψεως Σωτῆρος Λειβαδίου καί στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Πελαγίας στήν Ἁγία Πελαγία γιά τόν ἐκκλησιασμό τῶν μικρῶν μαθητῶν τοῦ Νηπιαγωγείου Χώρας καί Ποταμοῦ ἀντιστοίχως. 
Οἱ μαθητές καί μαθήτριες τοῦ Γυμνασίου καί τοῦ Λυκείου μας ἐκκλησιάσθηκαν κατά τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν κατά τήν Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργίαμέ ἀρτοκλασία, πού ἔγινε στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ Χώρας Κυθήρων.  
Στό τέλος τελέσθηκε τό ἱερό μνημόσυνο τῶν εὐεργετῶν τοῦ Γυμνασίου μας καί γενικότερα τῶν εὐεργετῶν τῆς Παιδείας στά Κύθηρα. 
Ὁ πανηγυρικός τῆς ἡμέρας ἐκφωνήθηκε ἀπό τόν Καθηγητή Θεολόγο τοῦ Γυμνασίου Κυθήρων κ.Γεώργιο Λουράντο μέ θέμα τήν Παιδεία καί τήν βαθύτερη σημασία της. (Ὁλόκληρη τήν ἐπίκαιρη ὁμιλία της δημοσιεύουμε ἀμέσως παρακάτω).

Ὁμιλία ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν 
τοῦ Καθηγητή Θεολόγου κ.Γεωργίου Λουράντου
«…Καί εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου γέροντα, πού ξέρεις τά γράμματα, σέ ποιά παλάτια πῆγε σάν ἀπόψε ὁ Ἅγιος Βασίλης; Οἱ ἄρχοντες καί οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες νά 'χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοί εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδή ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νά κολαζόμαστε». Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε καί εἶπε πάλι τήν εὐχή ἀλλιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστίν ἄξιος καί ἱκανός ἵνα ὑπό τήν στέγην του εἰσέλθης. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καί τά μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καί πάλι δέν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος…».
 
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, Κύριε Λυκειάρχα, Κυρία Γυμνασιάρχης, ἀγαπητοί Συνάδελφοι καί ἀγαπημένοι μου μαθητές.
 
Μπορεῖ τούτη ἡ ἁπλότητα τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου στό ὑπέροχο διήγημα τοῦ Φώτη Κόντογλου νά ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπό τήν ἐποχή μας, ὡστόσο ἡ συγκλονιστική παρουσία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν πού ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ σήμερα, μπορεῖ νά μᾶς διδάξει ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς στόν ὁποῖον δέν ἔχει χώρα ἡ πλεονεξία καί ὁ ἐγωισμός, οὔτε ἡ κακία καί ἡ μικροψυχία, παρά μονάχα ἡ ἀρχοντιά τῆς ὕπαρξης πού μπορεῖ καί θέλει νά ἀγκαλιάσει ὅλο τον κόσμο. 
Ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ ἀγαπημένος τῶν παιδιῶν καί τῶν ἀδικημένων  στέκεται ἄγρυπνα στό πλευρό τῶν ἀδυνάτων, τῶν ταπεινῶν καί τῶν περιθωριακῶν, ὡς ἄλλος Χριστός. Ὁ ἄρχοντας ἐκεῖνος πού ἄφησε ἔκπληκτο τό βαθύτατα γοητευμένο ἀπό τήν κορυφαία του προσωπικότητα, ἔπαρχο Μόδεστο, ὁ ὁποῖος ὀμολόγησε πώς: «Κανείς μέχρι τώρα δέν μοῦ μίλησε μέ τόσο θάρρος. Πρώτη φορά συνάντησα τέτοιον Ἐπίσκοπο», γιά νά πάρει τήν ἀφοπλιστική ἀπάντηση ἀπό τόν Ἅγιο: «Φαίνεται πώς δέν συνάντησες μέχρι τώρα ἀληθινό Ἐπίσκοπο». Ἀπό τήν ἄλλη ὁ Ἱερός Χρυσόστομος πού ματώνει γιά τούς κατατρεγμένους, τρέφει τούς ἀπόρους, καταργεῖ κάθε εἴδους πολυτέλεια στήν ἐκκλησία, ἀντιστέκεται σθεναρά στήν ἀλαζονική ἐξουσία καί ἔτσι ὁδηγεῖται ἑκούσια στήν ἐξορία καί στό μαρτύριο. Ὁ λόγος τοῦ Χρυσοστόμου διαθέτει τόση ἀλήθεια, ρυθμό καί ποιητικότητα, σέ σημεῖο πού οἱ κάτοικοι τῆς Πόλης νά ὀμολογοῦν: «Καλύτερα νά μή βγεῖ ὁ ἥλιος , παρά νά μήν ἀκούσομε τόν Ἐπίσκοπό μας νά μιλᾶ». Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ σπουδαῖος αὐτός ποιητής μέ τήν γνωστή του εὐαισθησία ἀναφωνεῖ: «Δέν θά συνέλθουμε ἔστω καί ἀργά; Δέν θά νικήσουμε τήν ἀναισθησία μας, γιά νά μήν πῶ την τσιγκουνιά μας; Δέν θά σκεφτοῦμε ὡς ἄνθρωποι; Δέν θά βάλουμε νοερά στή θέση ξένων συμφορῶν τίς πιθανές δικές μας»; Ποιός μπορεῖ νά μείνει ἀσυγκίνητος σέ τούτη τήν ἀγωνιώδη κραυγή;
Οἱ ἱεροί αὐτοί ἄνδρες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἔζησαν κόντρα σέ κάθε ἐξουσιαστικότητα , μακριά ἀπό κάθε ἐπίγεια δόξα καί πάντα κοντά στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι στό ἐπίκεντρο τῆς σκέψης τους καθώς αὐτός ἀποτελεῖ   προσωπικότητα ἀνεπανάληπτη , εἰκόνα Θεοῦ.
«Μέ ποιό δικαίωμα», ἀναρωτιέται ὁ Χρυσόστομος, «μπορεῖ κανείς νά περιφρονεῖ ἐκείνους τούς ὁποίους ὁ Θεός τόσο τιμᾶ ὥστε δίνει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του». Ἡ ἐπιμονή του μάλιστα νά κτίσει τό λεπροκομεῖο , ὄχι σέ κάποια ὑποβαθμισμένη περιοχή τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀλλά στήν πλουσιότερη συνοικία, ἔξω ἀπό τήν πόλη, ἐκεῖ πού ζοῦσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες καί οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τήν οἰκονομική ἀξία τῶν πολυτελῶν οἰκημάτων τους νά μειώνεται λόγῳ τῆς γειτνίασης μέ τό κτήριο αὐτό, ἀποτέλεσε καί τήν ἀφορμή γιά τήν ὁριστική δίωξή του, πού θά τόν ὁδηγοῦσε στήν ἐξορία καί στό βασανιστικό θάνατο.
Καί οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ἀντέδρασαν σέ μιά ἐπιφανειακή πνευματικότητα, σέ μιά πίστη πού τυφλώνει καί σέ μιά Ἐκκλησία πού δέν εἶναι ἡ ὁδός τῆς ἀληθινῆς σωτηρίας καί ζωῆς, ἀλλά ἕνα μέσο στά χέρια τῶν ἰσχυρῶν γιά τή χειραγώγηση καί ἐκμετάλλευση ἀνθρώπων καί λαῶν. Καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δέν μπόρεσαν νά συμβιβαστοῦν μέ τήν ὑποκρισία τῶν βολεμένων χριστιανῶν : «Ξέρω πολλούς», λέει ὁ Χρυσόστομος, «πού νηστεύουν καί προσεύχονται καί στενάζουν, ἐπιδεικνύοντας κάθε λογῆς ἀδάπανη εὐλάβεια, ἐνῶ οὔτε ἕναν ὀβολό δέν δίνουν στούς θλιβομένους. Τί κέρδος ἔχουν ἀπό τήν ὑπόλοιπη ἀρετή τους; Γι' αὐτούς ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι κλειστή». Καί ὁ Γρηγόριος συμπληρώνει : «Μή τεντώνεις τά χέρια σου στόν οὐρανό ἀλλά στά χέρια τῶν φτωχῶν. Ἄν ἐκτείνεις τά χέρια σου στά χέρια τῶν φτωχῶν ἔπιασες τήν κορυφή τοῦ οὐρανοῦ».
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες λοιπόν, Βασίλειος ὁ Μέγας, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί Γρηγόριος Ὁ Θεολόγος. Προσωνύμια βαριά, γεμάτα ἀπό τήν ἀγάπη καί τήν τιμή τῆς Ἐκκλησίας πρός τό πρόσωπό τους, τοῦ ὁλοζώντανου ἐκείνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ πού πορεύεται δραματικά ἀνά τούς αἰῶνες. Βασίλειος ὁ Μέγας. Μέ μιά Ἐμμέλεια ὡς μητέρα δίπλα του πώς νά μή μεταμορφωθεῖ σέ Μέγα; Το ἴδιο καί ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μέ την Ἀνθοῦσα γιά μητέρα του, ἄνθισε ὁλόκληρος… Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Πώς ἀλλιῶς θά γινόταν Θεολόγος χωρίς τη Νόννα στό πλευρό του; Ἡ μητέρα, ὅ,τι ἱερότερο στόν κόσμο, φυτεύει τό λουλούδι γιά τό ἄρωμα τοῦ αὔριο. Σπέρνει τή ζωή… Νικᾶ τό θάνατο.
Αὐτούς τούς Τρεῖς μεγάλους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας γιορτάζουμε ἐμεῖς σήμερα, εἰς πεῖσμα ὅλων ἐκείνων πού θέλουν νά ὑποβαθμίσουν ἤ καί νά καταργήσουν τή σπουδαία αὐτή ἑορτή. 
Καί τούς τιμᾶμε, γιατί ἦταν πανεπιστήμονες τοῦ καιροῦ τους καί γιατί εἶχαν μιά καρδιά γεμάτη ἀπό ἀνυπόκριτη ἀγάπη. 
Τούς τιμᾶμε, γιατί ἀπέδειξαν μέ ἔργα τά πιστεύω καί τίς ἀρχές τους. Τούς τιμᾶμε, γιατί ἔδωσαν τά φῶτα τοῦ νοῦ τους σέ μιά ἐποχή σκότους καί φανατισμοῦ. Τούς τιμᾶμε, γιατί μέ τήν εὐρύτατη παιδεία τους, τό ἦθος τοῦ χαρακτήρα τους καί τό παράδειγμα τῆς ζωῆς τους ἄνοιξαν γιά ὅλους ἐμᾶς νέους δρόμους πρός τό μέλλον. Καί τελικά τόν ὁμορφότερο ἀπό ὅλους. Τό δρόμο τῆς ζωῆς….
Χρόνια πολλά!
 
Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας  καί ὥρα 6.30 μ.μ., πραγματοποιήθηκε ἐκδήλωση στήν αἴθουσα τοῦ Λεοντσινείου Πνευματικοῦ Κέντρου Κεραμωτοῦ, τήν ὁποία ἄνοιξε ἡ Ἐκκλησιαστική χορῳδία ὑπό τήν διεύθυνσιν τοῦ Θεολόγου Καθηγητή τοῦ ΓυμνασίουΚυθήρων κ.Γεωργίου Λουράντου καί ἡ ὁποία ἀπέδωσε πολύ ὡραῖα ἐπίκαιρους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους.
  
Ἀκολούθησε διάλεξη μέ ὁμιλητή τόν Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ.Κωνσταντῖνο Κορναράκη μέ θέμα«Ἡ κρίση τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ καί τά διαχρονικά μηνύματα ἐλπίδας τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν». 
 
Μετά τήν ἐπίκαιρη καί πολύ τεκμηριωμένη αὐτή ὁμιλία τοῦ κ.Κωνσταντίνου Κορναράκη, ἔγινε ἡ τελετή κοπῆς τῆς Ἁγιοβασιλόπιττας πρός τιμήν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τῆς νήσου μας. 
Στήν ἐκδήλωση συμμετεῖχαν οἱ ἐκπαιδευτικοί τοῦ νησιοῦ καί τῶν τριῶν βαθμίδων, πρός τιμήν τῶν ὁποίων ὁ Σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ εὐλόγησε τήν  Ἁγιοβασιλόπιττα.Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας πρῶτα συνεχάρη τόν ὁμιλητή γιά τήν μεστή νοημάτων ὁμιλία του, ἀλλά καί τούς Ἐκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαιδεύσεως πού παραβρέθηκαν καί συμπροσευχήθηκαν μέ τούς μαθητές καί μαθήτριες τους στούς ἐκκλησιασμούς πού ἔγιναν τήν παραμονή καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἀξιοσημείωτη ἦταν ἡ τάξη καί εὐπρέπεια ὅλης τῆς μαθητιώσης νεολαίας πού συμμετεῖχε στούς ἐκκλησιασμούς. Ἰδιαίτερα στάθηκε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας στό λυπηρό γεγονός τῆς καθιερώσεως ὡς πολιτικῆς καί ὄχι σχολικῆς ἀργίας τῆς κυριωνύμου ἡμέρας τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Προστατῶν τῆς Παιδείας μας.
Ὁλοκληρώνοντας τήν ὁμιλία του ὁ Σεβασμιώτατος εὐχήθηκε στά παιδιά σέ κάθε βῆμα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τους βίου, νά βρίσκονται ὑπό τήν Προστασία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί στούς Ἐκπαιδευτικούς νά ἔχουν ὑγεία καί φώτιση, ὥστε νά φέρουν σέ πέρας μέ ἐπιτυχία τό μεγάλης σημασίας λειτούργημά τους.
 Ἐπειδή ἦταν δύο οἱ Ἁγιοβασιλόπιττες κατά παραχώρησι τοῦ Ποιμενάρχου μας τήν μία τήν ἔκοψε ὁ Δήμαρχος Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.Εὐστράτιος Χαρχαλάκης καί τήν ἄλλη ὁ ἀρχαιότερος τῶν παρόντων ἐκπαιδευτικῶν Συνταξιοῦχος Δάσκαλος κ.Ἰωάννης Κυριακάκης. Σύντομους λόγους ἐξεφώνησαν καί οἱ δύο. Ἡ τυχερή τοῦ φλουριοῦ τῆς βασιλόπιττας ἦταν ἡ κα Νίκη Στάθη.
Τέλος, μέ τήν φροντίδα τῶν κυριῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου Κεραμωτοῦ-Κυθήρων, παρατέθηκε μπουφές μέ ἐκλεκτά ἐδέσματα πρός τιμήν τῶν ἐκπαιδευτικῶν μέσα σέ ἐγκάρδια οἰκογενειακή ἀτμόσφαιρα ἀγάπης καί φιλαδελφίας.


Ὁμιλία τοῦ Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
κ.Κωνσταντίνου Κορναράκη
 

μέ θέμα
«Ἡ κρίση τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ καί
τά διαχρονικά μηνύματα ἐλπίδας τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν» 

 
 
1. Ο πολιτισμός, πηγή δυστυχίας;
Χωρίς αμφιβολία, από την είσοδό του ο εικοστός πρώτος αιώνας συνεχίζει να αποτυπώνει με ανάγλυφο τρόπο τα πολιτισμικά αδιέξοδα του ανθρώπου, όπως τα κληρονόμησε από τον εικοστό αιώνα. Αν και κάποιοι στοχαστές διακρίνουν μεταξύ Πολιτισμού (ως τεχνικών επιτευγμάτων) και Κουλτούρας (επισημαίνονταςότι η Κουλτούρα ταυτίζεται με την πνευματική διάσταση του πολιτισμού) εντούτοις η κρίση αυτή του σύγχρονου πολιτισμού φαίνεται να οφείλεται στην ολιγωρία του ανθρώπου να διαμορφώσει ένα πολιτισμικό ιδεώδες που θα υπηρετεί τις ανάγκες της ύπαρξης. Απωθώντας τις πραγματικές του ανάγκεςοδηγείται στην αποθέωση της τεχνικής, όπου υποκαθιστά την αυθεντική του πραγμάτωση με τα θαυμαστά του επιτεύγματα, με αποτέλεσμα σύγχρονοι στοχαστές και επιστήμονες να επισημαίνουν την ψυχολογική και ηθική ισοπέδωση του προσώπου κάτω από το αβάστακτο βάρος της «απουσίας νοήματος».
Στο πλαίσιο ενός κόσμου που ασφυκτιά κάτω από το βάρος της «απουσίας νοήματος», η άγνοια της «αληθούς» φρονήσεως (του θεμελίου ανακαίνισης του ανθρώπου κατά τον Μέγα Βασίλειο) οδηγεί τον άνθρωπο να χρησιμοποιεί τη λογική ικανότητα του νου του για να ανάγει σε απόλυτη αξία το εγωτικό του θέλημα. Ένας διάσημος κοινωνιολόγος, ο Erving Goffman, αν και μάλλον αγνοεί τη σκέψη του Μ. Βασιλείου, φαίνεται να καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα σχετικά με τα θεμέλια της παρακμής του πολιτισμού.Εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του τον συνάνθρωπό του, και τον κόσμο που τον περιβάλλει, επισημαίνει ότι ο άνθρωπος προβάλλει με κάθε τρόπο την εικόνα του, με σκοπό να δημιουργήσει υψηλή ιδέα περί του εαυτού του και έτσι να χειραγωγήσει την εντύπωση των ανθρώπων με τους οποίους έρχεται σε επικοινωνία. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την Ψυχολογία η οποία ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος επικοινωνεί στην καθημερινότητά του με τους άλλους, χρησιμοποιώντας ως γλώσσα του τις εικόνες οι οποίες αποτυπώνουν τους συμβατικούς του ρόλους (εργασιακές θέσεις, κοινωνικά αξιώματα ή αναγνώριση κ.ο.κ.), καθιστώντας την κοινωνία πεδίο δικαίωσης των κοινωνικών του ρόλων. Επομένως, όσο περισσότερο ο άνθρωπος βρίσκεται σε διάσταση με τον εαυτό του, τόσο περισσότερο απαξιώνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις και τελικά ο πολιτισμός.
Αυτή την απαξίωση του πολιτισμού, που τελικά στη βάση της είναι απαξίωση του προσώπου τη συναντούμε λ.χ., στις καταστροφικές για το περιβάλλον ενέργειες ή στις ριψοκίνδυνες ακροβασίες στον χώρο των βιοϊατρικών τεχνολογιών. Αλλά και η απαξίωση του προσώπου που σφραγίζεται από τον φόβο (τρομοκρατίας, οικονομική εξαθλίωσης), ή της αλαζονείας [π.χ. οι καταχρήσεις στον χώρο των βιοϊατρικών και βιοτεχνολογικών επιστημών και η οικολογική κρίση αποκαλύπτουν τη διάθεση (ίσως και ανάγκη) της ισοθεΐας] φανερώνουν την απαξίωση του πολιτισμού.Οικονομική κρίση, ανεργία, παιδική εργασία, εμπόριο γυναικών (trafficking), εθνικισμός, ξενοφοβία, βιοτεχνολογικά πειράματα κ.λπ. αποτελούν σημεία της κρίσεως του σύγχρονου πολιτισμού, η οποία μορφοποιείται μέσα από την κρίση των σύγχρονων κοινωνιών.
Όλα τα ανωτέρω φανερώνονται ως «κρίση αξιών», τα πλοκάμια της οποίας απλώνονται βαθειά στις διαπροσωπικές σχέσεις.Έτσι, αν και στις κοινωνίες αυτές ο άνθρωπος αγνοεί τον ουσιαστικό διάλογο με τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του, εντούτοις ανθούν τα κοινωνικά δίκτυα (διαδίκτυο: facebook, twitter, MSN, Instagram κ.λπ.). Στον χώρο της τεχνολογίας επικοινωνίας, η δυνατότητα επικοινωνίας μέσα από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στις διαπροσωπικές σχέσεις, ωστόσο στην περίπτωση του cyberbullying, δηλαδή της άσκησης βίας εναντίον κάποιου ανθρώπου μέσω της χρήσεως μιας πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης, η καθημερινότητα ανατρέπεται με οδυνηρό τρόπο, όπως αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε στην περίπτωση της έφηβης Amanda Todd η οποία αυτοκτόνησε αφού προηγουμένως η ίδια ανάρτησε στην πλατφόρμα του You Tube σύντομης διάρκειας οπτικό υλικό όπου εξομολογείται ότι η ζωή της δεν είχε πλέον νόημα διότι «είχε καθηλωθεί σε ό,τι είχε απομείνει μέσα της».
Πανικόβλητος ο άνθρωπος μπροστά στα αδιέξοδα, προσπαθεί μέσα από δεοντολογικούς κανόνες να αναστρέψει το κλίμα: αν και το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως μοχλός κερδοφορίας, εντούτοις προωθείται η ιδέα της οικολογικής ευαισθησίας. Αν και η επιθυμία οικονομικού κέρδους διαμοίρασε τον πλανήτη σε ανεπτυγμένες και μη ανεπτυγμένες χώρες, εντούτοις ενθαρρύνεται η συγκρότηση μη κερδοσκοπικών οργανισμών για την ανακούφιση της δυστυχίας – άλλο ένα από τα άλλοθι των σύγχρονων κοινωνιών. 
Μάλιστα, ως ηθικό ισοδύναμο επινοήθηκαν οι «παγκόσμιες ημέρες» για να ανακουφίζουν τις νευρώσεις του σύγχρονου πολιτισμού: «παγκόσμια ημέρα» μνήμης για τα θύματα του ολοκαυτώματος, του μετανάστη, της εξάλειψης της δουλείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των υγροτόπων, του περιβάλλοντος, των ηλικιωμένων, των ατόμων με αναπηρία, της γυναίκας, κατά του AIDS, κατά της ομοφυλοφοβίας κ.λπ. Εάν, όμως, οι ποικίλες μορφές κρίσης του σύγχρονου πολιτισμού αποκαλύπτουν πρόβλημα εσωτερικού διχασμού και έκπτωης του προσώπου, τότε είναι φανερό ότι ο ακτιβισμός δεν ωφελεί αποφασιστικά την προσπάθεια υπέρβασης των κρίσεων αυτών.
 
2. Η κρίση ως πρόκληση
Από την άλλη πλευρά, ο όρος «κρίση» περιγράφει συνήθως τον οριακό ή μη φυσιολογικό χαρακτήρα μιας καταστάσεως, η οποία αφορά σε ένα πρόσωπο, ή σύνολο προσώπων και εκτυλίσσεται εν χρόνω (π. χ. «η κρίση της εποχής μας»). Λόγω του οριακού της χαρακτήρα, η έννοια «κρίση» συμπεριλαμβάνει ως παρελκόμενο την «πρόκληση». «Πρόκληση» δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, σημαίνει οτιδήποτε αναγκάζει τον άνθρωπο να ανταποκριθεί σε ένα γεγονός που έχει απέναντί του, σε συγκεκριμένο χρόνο. Τόσο η «κρίση», όσο και η «πρόκληση», μπορεί να έχουν ποικίλο εύρος (να αφορούν δηλαδή ένα πρόσωπο ή ένα σύνολο προσώπων), ωστόσο συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα της υπάρξεως του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δηλαδή, προκαλούμενος να λάβει θέση πάνω σε ένα ζήτημα, δοκιμάζεται ως ύπαρξη, καθώς αναγκάζεται να επιλέξει, δηλαδή να «κρίνει» τον τρόπο και τη μέθοδο που θα ακολουθήσει ώστε να αντιμετωπίσει επιτυχώς την πρόκληση που τον αναστατώνει.
Υπό την έννοια αυτή, μια περίοδος «κρίσεως» μπορεί να είναι καταλυτική για τον άνθρωπο, όταν αυτός δεν διαλέγεται γόνιμα με τον εαυτό του, διότι τον παγιδεύει στην καταστροφική γοητεία της. Όποιος εστιάσει το βλέμμα της ψυχής του στην εστία της κρίσεως που βιώνει, ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει τον κίνδυνο να παραλύσουν οι ζωτικές πνευματικές του δυνάμεις. Όταν τα αξιολογικά κριτήρια της υπάρξεως θολώνουν, διότι ο άνθρωπος αμελεί τον διάλογο με τον εαυτό του, τότε η ανασφάλεια των επιλογών του τον ωθεί να προφυλάσσει την εικόνα του από απροσδόκητες καταστάσεις και να βρίσκει παραμυθία εκεί όπου διασφαλίζεται η αυτονομία του. Ένα ανάγλυφο παράδειγμα αυτονομίας αποτελούν οι επιστήμες «αιχμής» οι οποίες, υποσχόμενες ένα ασφαλές μέλλον (υγεία, διαβίωση, επικοινωνία), αποκτούν θεμελιώδη θέση στο σύστημα αξιών του ανθρώπου. Μια κρίση όμως («επιφορά» θα μπορούσε να είναι ένας όρος της πατερικής σκέψεως) αρκεί να τον βυθίσει σε πολυποίκιλες εσωτερικές διασπάσεις, εφόσον ανατρέπει το αίσθημα ασφάλειας που καλλιεργούσε και τον καθιστά απροστάτευτο έναντι της υπαρξιακής δυναμικής που αυτή εγείρει.
 
3. Εκκλησία και Πολιτισμός
Η ολοένα και αυξανόμενη δημόσια κριτική στα διαμορφούμενα σύγχρονα πολιτισμικά αδιέξοδα, οδηγεί εκ του ασφαλούς στην παραδοχή ότι ο παραμυθητικός λόγος της Εκκλησίας θα μπορούσε να συμβάλλει στην ειρήνευση της ιδεολογικής ταραχής που επιφέρει ο κοσμοθεωρητικός πλουραλισμός της κοινωνίας. Στο περίφημο έργο του A. Haxley, Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος, όπου περιγράφεται μια εφιαλτική φουτουριστική κοινωνία, βασισμένη στον δια της τεχνικής έλεγχο των γεννήσεων και δια της επεμβάσεως στον γενετικό κώδικα των ανθρώπων παραγωγής ευφυών όντων αλλά και ανδροειδών, ο εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον πειρασμό της οιονεί αθανασίας, την απορρίπτει χάριν της ελευθερίας και του δικαιώματός του στον πόνο και τον θάνατο. Αυτή την ελευθερία πρεσβεύει ο λόγος της Εκκλησίας υπό το πνεύμα της κριτικής του Berdyaev στο έργο αυτό: όσο καθίστανται τελειότερες οι κοινωνίες, τόσο περισσότερο ανελεύθερος αποδεικνύεται ο άνθρωπος. Προτιμώ, γράφει, λιγότερο τέλειες κοινωνίες που να παρέχουν μεγαλύτερη ελευθερία.
Η συμβολή των τριών Ιεραρχών σε ένα διάλογο Εκκλησίας και σύγχρονης εποχής δεν έγκειται ασφαλώς σε προτάσεις παρωχημένων πολιτισμικών στερεοτύπων. Περιέχει όμως διαχρονικές προτάσεις κριτηρίων για ένα Πολιτισμό αειθαλών αξιών που αναδεικνύει το ανθρώπινο πρόσωπο. Προτάσεις οι οποίες αφορούν στην καλλιέργεια των θεμελίων του προσώπου (αυτοσυνειδησία, ελευθερία προαιρέσεως, αποδέσμευση από εξαρτήσεις) για μια κοινωνία δικαιοσύνης και θυσίας για τον άλλο, κοινωνία με το διαφορετικό, κοινωνία αγάπης δηλαδή, που αποτελεί θεμέλιο ενός Πολιτισμού που δεν «κατασκευάζεται» σε ιδεολογικά εργαστήρια αλλά πηγάζει μέσα από τον κόπο των ανθρώπων να εξωραΐσουν το κατ’ εικόνα τους. Πολιτισμό που έχει ως κέντρο του τον εν Χριστώ καινό άνθρωπο.
α. Ο άνθρωπος ως εν Χριστώ οντότητα.
Κατά τον ι. Χρυσόστομο, 
δεν περιφρονώ τον άνθρωπο, οποιοσδήποτε και εάν είναι. Ο άνθρωπος είναι το έξοχο δημιούργημα του Θεού. Τι κι αν είναι δούλος; Δεν είναι όμως ευκαταφρόνητος. Εγώ δεν εξετάζω αξιώματα., αλλά αρετή. Ούτε εξουσία ή δουλεία, αλλά ψυχή. Όποιος και εάν είναι, άνθρωπος είναι. Γι’ αυτόν στρώθηκε ο ουρανός και ο Ήλιος φωτίζει και η σελήνη γυρίζει και ο αέρας διαχέεται και οι πηγές αναβλύζουν νερό και η θάλασσα απλώθηκε και οι προφήτες εστάλησαν και ο νόμος δόθηκε. Και γιατί πρέπει να πω όλα αυτά; Εδώ ο μονογενής Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος. Ο δεσπότης μου σφαγιάστηκε και έχυσε το αίμα του υπέρ του ανθρώπου και εγώ θα περιφρονήσω αυτό τον άνθρωπο; Πώς είναι δυνατόν να συγχωρεθώ ποτέ;
Η πατερική σκέψη υπενθυμίζει ότι εκείνος ο οποίος παράγει πολιτισμό, είναι ο άνθρωπος. Επομένως κάθε συζήτηση περί πολιτισμού πρέπει να έχει ως αφετηρία της τον άνθρωπο.Από την άλλη πλευρά, η θεολογική ανθρωπολογική σκέψη της Εκκλησίας γνωρίζει ότι είναι αδύνατη η υπέρβαση των ποικιλόμορφων κρίσεων μόνο επί τη βάσει ανθρωποκεντρικών θεωριών.Τούτο, διότι οι κρίσεις αυτές αντλούν τη δυναμική τους από τις ανασφάλειες και φοβίες που γεννά η κρίση που βιώνει ο ίδιος ο άνθρωπος κατά τη σχέση του με τον εαυτό του. Επί παραδείγματι, η ανασφάλεια έναντι του θανάτου ωθεί τιςβιοϊατρικές επιστήμεςνα καταστήσουντην ανθρώπινη φύση αντικείμενο πειράματος, αποκαλύπτοντας την πολιτισμική παρακμή της κοινωνίας. Είναι αντιφατικό αλλά ό,τι φαίνεται να σώζει τον άνθρωπο, συγχρόνως τον αποξενώνει από τη φύση του! Εγκλωβισμένος μέσα στη φυσική νομοτέλεια και λειτουργώντας με τους όρους της φύσεως, ο άνθρωπος κλέβει ιδέες από την κτιστότητα για να υποστηρίξει τη διατήρηση της ζωής ή να καθυστερήσει τη φθορά. Βιώνει την παρακμή διότι δεν είναι ελεύθερος να ζήσει την έκπληξη. Εφόσον δεν παραδέχεται την Ανάσταση που νίκησε τον θάνατο, καταναλώνει τη μερική ελευθερία του στο να δεσμεύει το πνεύμα του στα όρια της κτιστότητας.
Γι’ αυτό και η θεολογική σκέψη της εκκλησίας αντιμετώπισε την εσωτερική αλλοτρίωση του ανθρώπουσυνδέοντας την ιστορία με τα έσχατα. Έτσι έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύσει τον άνθρωπο να στέκεται κριτικά απέναντιστα πολιτισμικά επιτεύγματα, διότι όπως εξηγεί ο Μ. Βασίλειος ο άνθρωπος είναι η ψυχή του. Όλα τα υπόλοιπα σχετίζονται με την παρουσία του στον κόσμο αλλά δεν διαθέτουν τη δυναμική της ριζικής αναγέννησης. Υπό την έννοια αυτή, μέσα στον, κατά τον Γρηγόριο τον θεολόγο, ανθρώπινο βίοτων«άστατων» και «ρεόντων» πραγμάτων ο άνθρωπος πρέπει να ετοιμάζεται για τα έσχατα.
Ο πατερικός λόγος, ως διαχρονική φωνή της Εκκλησίας, διακρίνεται από μια σπουδαία ιδιότητα όπως αυτή καταγράφεται εντός της ιστορίας. Να ακτινογραφεί με ακρίβεια τις ψυχικές συγκρούσεις. Αυτή η δυνατότητα προκύπτει αβίαστα από το ότι ο πατερικός λόγος βλέπει συνολικά τον άνθρωπο ως ύπαρξη που έχει προοπτική οντολογικής εσχατολογικής πληρότητας. Αφετηρία της ανθρωπολογίας του είναι το γεγονός της πτώσεως. Γνωρίζει ότι η διάσπαση της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό κατέστησε τον άνθρωπο ανελεύθερο, υποκείμενο στη φυσική νομοτέλεια και τις εσωτερικές διασπάσεις. Η σάρκωση του Λόγου αποκατέστησε βεβαίως το πρόβλημα της ελευθερίας στην ανθρώπινη φύση, αλλά πλέον ο άνθρωπος πρέπει ο ίδιος να δοκιμαστεί ως προς αυτή την ελευθερία μέσα στην Εκκλησία, τον μόνο χώρο πλήρους ανθρωπολογικής θεωρήσεως, διότι μόνο εκεί παρέχεται στον άνθρωπο η δυνατότητα να προσδιορίζει την ενθαδικότητά του μέσα από την προοπτική των εσχάτων, γεγονός που συνθλίβει τα όρια της ατομικής αυτονομίας και απονευρώνει τον φόβο του θανάτου. Οι αφετηρίες της αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου εντοπίζονται μόνον εντός του Σώματος της Εκκλησίας, εκεί που η μετάνοια επιλύει τους γόρδιους δεσμούς των ψυχικών τραυμάτων του.
β. Πώς αντιλαμβάνονται τον Πολιτισμό οι τρεις Ιεράρχες;
Οι τρεις Ιεράρχες αντιλαμβάνονται ως αυθεντικό, οποιοδήποτε πολιτισμικό προϊόν καταφάσκει τη Σάρκωση του Θεού Λόγου και έχει αναφορά στη σωτηρία του ανθρώπου. Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Κων. Παπαπέτρου, «οτιδήποτε δεν συντελεί στην υπέρβαση της φύσεως δια του λόγου αλλά καθηλώνει τον άνθρωπο στη φυσική του κατάστασή και τον ωθεί σε παρά φύση επιλογές δεν είναι Πολιτισμός». Στην εποχή τους, τόσο ο Μ. Βασίλειος, όσο και ο ι. Χρυσόστομος δεν δίστασαν να κρίνουν με αρνητικό τρόπο όψεις του σύγχρονου πολιτισμικού τους ιδεώδους, διότι δεν αποδέχονται ότι ένα πολιτισμικό ιδεώδες που απορροφά στη γοητεία του την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου, μπορεί να δίνει νόημα ζωής. 
Στην ομιλία του «Εις την αρχήν των Παροιμιών» ο Μέγας Βασίλειος θέτει ένα θεμελιώδες κριτήριο πολιτισμικής ανάπτυξης και ανθρωπισμού, την αρετή της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη υπό την ανθρωπολογική και όχι τη νομική της έννοια. Ο Πλάτων είχε ήδη προσδιορίσει τη δικαιοσύνη ως αρετή στην οποία συνοψίζονται όλες οι γενικότατες αρετές: φρόνηση, σωφροσύνη και ανδρεία. Κατά τον Καππαδόκη πατέρα, η αρετή της δικαιοσύνης έγκειται στη συμμόρφωση του νου προς τη ζωή του Πνεύματος. Ο νους, δηλαδή, ρυθμίζει τις δυνάμεις της ψυχής, την επιθυμία και τον θυμό, εις τρόπον ώστε να καταστέλλονται οι παθογόνες λειτουργίες που αλλοιώνουν την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργία του ανθρώπου ώστε αυτός να ζει κατά Χριστόν , ο οποίος «είναι η αληθινή δικαιοσύνη», γενόμενος για εμάς «σοφία από τον Θεό, δικαίωση και αγιασμός και απολύτρωση». Υπό την έννοια αυτή, ενώ ο άδικος άνθρωπος «ή δωροδοκείται με χρήματα ή μεροληπτεί υπέρ των φίλων του ή εκδικείται τους εχθρούς του ή φοβάται την εξουσία ή αδυνατεί να είναι ευθύς στην κρίση του», εκείνος ο οποίος διαπαιδαγωγείται στη διάκριση μεταξύ «αληθινής» και «κίβδηλης» δικαιοσύνης, ως τρόπου υπαρξιακής λειτουργίας, έχοντας ως κριτήριο παιδείας τον ίδιο τον Χριστό, έχει τη δυνατότητα να υπερβεί την παθολογία των διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων η οποία οφείλεται στην άγνοια της «αληθούς» δικαιοσύνης. Όπως καταλαβαίνουμε, η νομική δικαιοσύνη δεν αποτελεί για τον Μέγα Βασίλειο αρχική επιδίωξη, εφόσον η δικαιοσύνη, ως τρόπος υπαρξιακής λειτουργίας καλύπτει της απαιτήσεις της πρώτης.
Η διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου στην «αληθή» δικαιοσύνη τον οδηγεί στην εκδήλωση της «αληθούς» φρονήσεως η οποία αποτυπώνεται ως διάγνωση μεταξύ «ποιητέων» (όσων πρέπει να γίνουν) και «ου ποιητέων» (όσων πρέπει να αποφεύγονται). Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να αξιολογήσουμε τη στάση του Μ. Βασιλείου σε ποικίλες πτυχές του πολιτισμικού ιδεώδους. Απευθυνόμενος στους νέους εξηγεί ότι πολιτισμικά στερεότυπα, όπως «προγονική υπερηφάνεια», σωματική δύναμη, ομορφιά, μεγαλείο, τιμές των ανθρώπων, εξουσία, επειδή ακριβώς έχουν την ισχύ του ονείρου και της σκιάς, θεωρούνται ως αδιάφορα και ήσσονος σημασίας, μάλιστα δε ανάξια λόγου. Απέναντι στην προγονική δόξα βρίσκεται η κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο ανάδειξη της ευγένεια της θείας καταγωγής του ανθρώπου. 
Ο Μέγας Βασίλειος, εξάλλου, απορρίπτει την λειτουργία της πόλεως ως ηθικής χοάνης, τα θεατρικά δρώμενα της εποχής, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις εξέφραζαν ένα είδος υποκουλτούρας, τη μουσική που άλλοτε ερέθιζε τα ένστικτα και άλλοτε συνέπαιρνε με τους έξαλλους ρυθμούς της τους νέους, ανατρέποντας ασφαλώς την ανθρωπολογική αρχή της δικαιοσύνης ως αρετής που ρυθμίζει τη λειτουργία του έσω ανθρώπου. Σε αντίθεση προς τα έκλυτα θεάματα βρίσκονται οι εικόνες των αγίων που οδηγούν, σύμφωνα με τις εξομολογήσεις τους, σε ενθουσιασμό με τη ζωντάνια της περιγραφής τους τον Βασίλειο και σε δάκρυα κατανύξεως τον Γρηγόριο. Στον αντίποδα της έκλυτης μουσικής βρίσκεται η δωρική μουσική που φέρνει εις εαυτό τον άνθρωπο. Επανερχόμεθα επομένως στην «αληθή» φρόνηση και τη διάγνωση μεταξύ «ποιητέων» και «ου ποιητέων».
Από την άλλη πλευρά αποδέχεται τον αθλητισμό, εφόσον χρησιμοποιεί την εικόνα του φιλάθλου ο οποίος δεν πρέπει να παρακολουθεί απαθής τον αγώνα αλλά να μετέχει ψυχολογικά στη δοκιμασία του αθλητή. Επίσης, θεωρεί ότι τα κείμενα της σύγχρονής του λογοτεχνίας (ποιητών, λογογράφων, ρητόρων), έχουν προπαρασκευαστική σημασία για τις ψυχές των νέων ανθρώπων, διότι ως κάτοπτρα απεικονίζουν αρετές που το πλήρες νόημά τους αποκαλύπτεται στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Ο Μωυσής συνάντησε τον Θεό, αφού προπαιδεύτηκε στην αρετή του πολιτισμού των Αιγυπτίων και αντίστοιχα ο Δανιήλ γνώρισε τον Θεό έχοντας προηγουμένως την προπαιδεία της χαλδαϊκής σοφίας.
Τούτο λοιπόν σημαίνει ότι για τον Βασίλειο, το πρόβλημα δεν έγκειται στο πολιτισμικό προϊόν καθεαυτό, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσλαμβάνει τις πολιτισμικές αξίες. Για να το κατανοήσουμε αυτό περισσότερο θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου «Εις την αρχήν των Παροιμιών»: εκεί ο Καππαδόκης πατήρ περιγράφει ακραία μεταξύ τους πολιτισμικά μοτίβα: άλλα έθνη θεωρούν δίκαιη την πατροκτονία και άλλα έθνη απαγορεύουν κάθε μορφή φόνου. Οιερός πατήρδεν απαξιώνει όλο τον πολιτισμό αυτών των εθνών αλλά διακρίνει μόνο μεταξύ αγνοίας «αληθούς» δικαιοσύνης και πονηρίας. Τα έθνη δεν οφείλουν να καταργήσουν αλλά να μεταμορφώσουν τον πολιτισμό τους,ιδιαιτέρως στο σημείο που υβρίζεται η ανθρώπινη φύση.
Επομένως, η «αληθής δικαιοσύνη», ως έκφραση της εν Χριστώ λειτουργίας του νου, αποκτά δυναμικό ρόλο για την κριτική παρέμβαση του ανθρώπου στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Ο Μ. Βασίλειος περιγράφει τον νου ως «κυβερνήτη» ο οποίος, αφού κατανοήσει την αστάθεια των ανθρωπίνων καταστάσεων, οφείλει να συμβάλει στην ισορροπία τους διότι έτσι θα επιτύχει να θεωρήσει με διάφανο τρόπο τη θέση του στη λειτουργία της κτίσεως αλλά και να εκτιμήσει εκ νέου τον ουσιαστικό ρόλο των διαπροσωπικών σχέσεων για την προσωπική του τελείωση. Ο Καππαδόκης πατήρ με ρεαλισμό θεωρεί τον νου ως μετασχηματιστή ο οποίος με διαδραστικό προς το περιβάλλον του τρόπο προσπαθεί να ισορροπεί και να ανασυνθέτει την εικόνα της ασταθούς και διασπασμένης φύσεως, συμπεριλαμβανομένης της υλικής κτίσεως. Ο «κυβερνήτης» νους εδώ αποκτά ομοιότητες με την κυβερνητική μηχανική, σύμφωνα με τους ορισμούς που έχει αυτή λάβει μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες: επεξεργάζεται τις πληροφορίες των αισθητών, μεταποιεί την πληροφορία σε γνώση και διαμέσου της γνώσεως κατανοεί εκ νέου τον κόσμο ως διδασκαλείο που τον ανάγει προς τον Θεό, την πηγή της αλήθειας και της γνώσεως.
 
4. Η παιδεία του προσώπου ως υπέρβαση της κρίσης του πολιτισμού 
Η πρόταση επομένως των τριών Ιεραρχών, ως υπέρβαση της κρίσης του πολιτισμού, αφορά στην παιδεία του προσώπου. Ένας από τους σημαντικότερους διανοητές και φιλοσόφους στοχαστές και υπαρξιστές, ο Soren Kirkegaard, αναρωτήθηκε κάποια στιγμή τι είναι παιδεία και απάντησε• «νομίζω ότι είναι ο κύκλος που διατρέχει ο άνθρωπος για να οδηγηθεί στην αυτογνωσία του». Αυτό είναι και το νόημα της παιδείας όπως το αντιλαμβάνονται και οι τρεις Ιεράρχες. Η πορεία δηλαδή του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την διαπαιδαγώγηση των δυνάμεων της ψυχής του, ώστε να μπορέσει να φθάσει στην αρετή και να μορφώσει τον εαυτό του κατά το πρότυπο του Ιησού Χριστού. Το μεγάλο ερώτημα του υπαρξισμού, είναι ή έχειν, ο Γρηγόριος Θεολόγος το είχε αντιμετωπίσει και στην εποχή του: 
ο άνθρωπος συνηθίζει να έχει προσωπείο. Τι είναι ωραίο, να έχεις προσωπείο ή να είσαι αληθινός; Μην επιτρέψεις να σου διαφύγει το φαίνεσθαι ώστε να προηγείται του είναι αλλά να είσαι αληθινός και αυθεντικός
Πιάνοντας τον μίτο αυτό, ο ιερός Χρυσόστομος επιτιμά σε όλα τα έργα του τους φιλόδοξους και εγωκεντρικούς γονείς διότι βλέπουν τα πολιτισμικά προϊόντα ως αυτοσκοπό, αγνοώντας το νόημα της αληθινής παιδείας
κάνετε τα πάντα για το παιδί σας αλλά δεν το φροντίζετε. Του έμαθες λατινικά (η ξένη γλώσσα της εποχής) του αγόρασες άλογο (το όχημα της εποχής) του έφτιαξες σπίτι αλλά με την ψυχή του ποιος ασχολήθηκε;
Κατά τους τρεις Ιεράρχες, η παιδεία του προσώπου είναι διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου στην παιδεία του Κυρίου, ως θεμέλιο πολιτισμού που συγχρόνως του παρέχει κριτήρια υπέρβασης των ποικιλώνυμων κρίσεων και γόνιμης διαλεκτικής του με το εκάστοτε πολιτισμικό ιδεώδες της εποχής του. Η παιδεία αυτή, δηλαδή, δεν είναι μεταφορά ξερών γνώσεων αλλά όποια γνώση και αν μεταφέρει έχει μία βασική προοπτική: πώς ο άνθρωπος θα φτάσει στην αυτογνωσία του και τη συναίσθηση της διαρκούς βελτίωσης και προοδευτικής ολοκλήρωσής του.
Στην Εκκλησία, κάθε λόγος περί Πολιτισμού, ως ανάδειξης του προσώπου, πρέπει να περιλαμβάνει την εν Χριστώ ανθρωπολογία ως δυνατότητα του ανθρώπου να εξέρχεται δια της προσδοκίας της Αναστάσεως των ορίων του κτιστού. Άλλωστε, ο πολιτισμός της σάρκωσης δεν είναι αφηρημένη σύλληψη, αλλά συγκεκριμένο γεγονός: ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός. Κατά την πατερική σκέψη η Σάρκωση του Λόγου, η οποία ανανοηματοδοτεί και μεταμορφώνει κάθε πολιτισμικό προϊόν, σε μια εποχή κατά την οποία η ωφέλιμη γνώση συμπλέκεται με τη γνώση που όζει φθοράς και θανάτου, διότι η γνώση αποτελεί αυτοσκοπό, μπορεί να αξιοποιηθεί από τον άνθρωπο μόνο εν μετανοία, όρος όμως που με αυτή τη σημασία απουσιάζει από το λεξιλόγιο της μετανεωτερικότητας! 
Η Εκκλησία καλεί δια των Πατέρων της τον σύγχρονο άνθρωπο να ερμηνεύσει εκ νέου την Ιστορία και τον πολιτισμό με κέντρο την αφετηρία της δυνατότητας του ανθρώπου να μετανοεί, δηλαδή τη Σάρκωση του Λόγου. Υπό την έννοια αυτή, η πρόσκληση του Φλορόφσκυ για ερμηνεία εκ νέου του πατερικού πνεύματος, σημαίνει επιστροφή στα ζώπυρα των πατέρων. Η παιδεία και ο πολιτισμός δεν θα ωφεληθούν από τη σχολική χρήση των μνημείων του πατερικού λόγου αλλά από την εμβάθυνση στον λόγο αυτό και την ανάδειξη της συγχρονικότητας του μέσα από την κατανόηση του πατερικού πνεύματος.
 

footer

  • Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου Σύλληψις Ιωάννου Προδρόμου, Ξανθίππης και Πολυξένης οσίων

  • Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 55 επισκέπτες

  • Εμφανίσεις Άρθρων
    3765011

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ