Εἰσήγηση τοῦ Καθηγητοῦ κ.Δημητρίου Τσελεγγίδη στήν Ἡμερίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς μέ θέμα: «Πρωτεῖον», Συνοδικότης καὶ Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ
ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ

Ὑπότιτλος: Θεολογική-ἁγιοπνευματική προσέγγιση

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της -θεσμικές ἤ χαρισματικές- ἔχει σαφῶς ἁγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστηριακῶς, συντηρεῖται ὅμως, καλιεργεῖται καί ἐκφαίνεται κατεξοχήν εὐχαριστιακῶς.

Καταρχήν, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά της, προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν ὀντολογία της καί ἐκφράζει ἰδιαιτέρως τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά κατά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἀδιαμφισβήτητο τρόπο στόν Ὅρο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.

Στό ἑξῆς, ὁμολογοῦμε διά τοῦ Συμβόλου τς Πίστεως μέ κάθε ἐπισημότητα, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμβολο τς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες.

Ἀπό τήν διατύπωση τοῦ Συμβόλου προκύπτει, ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰδιότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστεώς μας. Καί πραγματικά, στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογι- κό, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησί- ας, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός του σ' αὐτήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή.

Παρά ταῦτα, ἡ ἑνότητα παραμένει γιά τά συγκεκριμένα καί ἐπώνυμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἐποχῆς καί ζητούμενο βιωματικό. Ὡς βιωματικό ζητούμενο ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της ἀποτελεῖ τό προσωπικό ἄθλημα τῆς συνεργίας τους γιά τή δόκιμη παραμονή καί τήν σίγουρη καρποφορία στό ζωντανό καί ζωοποιό, θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐν πά- σῃ αἰσθήσει ἑνότητα μέ τό Χριστό καί δι' αὐτοῦ μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ μας, ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἐνανθρωπήσαν- τος Θεοῦ γιά μᾶς, ὥστε νά γίνουμε ὄχι μόνον ἕνα σῶμα μέ τό Χριστό, ἀλλά καί ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό (Βλ. Ἐφ. 4, 4-5) «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ἡμῶν εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα». Αὐτό ἐκφράστηκε ἀπερίφραστα στήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἐξηγήσουμε στή συνέχεια τῆς Εἰσηγήσεώς μας.

Συγκεκριμένα, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὑφίσταται καί ἐκφαίνεται θεσμικῶς στήν πίστη, τή λατρεία καί τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Σέ κάθε περίπτωση ἡ παραπάνω τριπλῆ ἑνότητα θεμελιώνεται καί ἀντλεῖται ἀπό τό τρισσό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τό προφητικό, τό ἀρχιερατικό καί τό βασιλικό. Κατά συνέπεια, οἱ τρεῖς ἐκφάνσεις τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά θεωροῦνται ὡς ἀλληλοεξαρτώμενες καί ἀδιάσπαστες συντεταγμένες τῆς μίας καί πλήρους ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν, τόσο σέ θεσμικό ὅσο καί σέ βιωματικό-χαρισματικό ἐπίπεδο, χωρίς τήν ὀντολογικοῦ χαρακτήρα διάκριση ἀνάμεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παραμένει στήν πράξη οὐσιαστικά ἀκατανόητη, ἀλλά καί θεολογικά ἀτεκμηρίωτη. Ἡ παραπάνω διάκριση, ἀποτέλεσμα τοῦ χαρισματικοῦ καί ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀποτελεῖ τό πνευματικό «κλειδί» κατανοήσεως τοῦ χαρακτήρα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί ἡ διάκριση αὐτή θά προϋποτίθεται ὁπωσδήποτε σ' ὅλη τήν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας, θά τό διαπερνᾶ ἀξονικά καί θά διέπει νοηματικά τά ἐπιμέρους λεγόμενά μας.

 

          Α' Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

    Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἤδη ὑπαινιχθήκαμε, δέν ἀποτελεῖ μιά αὐτονομημένη καί ἀφηρημένη δογματική ἀλήθεια ἀνεξάρτητη ἀπό τή ζωή της, ἀλλά ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία της. Τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, γίνεται ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνεται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ καρπό τῆς μεθέξεώς τους στήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί συνιστᾶ ἔκφραση ζωῆς τῆς ΜΙΑΣ καί πάντοτε ἑνιαίας Ἐκκλησίας, ὡς ἀδιάσπαστης ἑνότητας καί τελείας κοινωνίας προσώπων. Κατά συνέπεια, οἱ θεολογικές-ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύσταση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται οἱ πιστοί ὡς ὀργανικά μέλη του.

Οἱ πιστοί ὡς κατοικητήριο τῶν θείων προσώπων, χαρισματικῶς, καλοῦνται νά ζοῦν κατά τό πρότυπο τῆς Τριαδικῆς ἑνότητας καί νά ἐκφράζουν μέ τόν τρόπο αὐτό τήν κοινωνία καί μετοχή τους στή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ἡ πραγμάτωση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ καί τή μαρτυρία τους στόν κόσμο: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας» (Ἰω. 17,21).

Στήν παραπάνω Ἀρχιερατική προσευχή ὁ Χριστός, κατά τόν Μέγα Ἀθανά- σιο, ζητεῖ ἀπό τόν Πατέρα του τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς δικῆς τους ἑνότητας. Βέβαια, ἐδῶ ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν δέν ἀναφέρεται στή φύση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιατί «μόνῃ τῇ φύσει πάντα μακράν ἐστιν αὐτοῦ» (Κατά Ἀρειανῶν 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269). Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς μίας καί μοναδικῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνεται ὄχι στή φύση ἀλλά στήν ἄκτιστη θεοποιό ἐνέργεια καί δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ἡ τεκμηρίωση τῆς θέσεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια, στήν ἄμεση συνέχεια τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, τό διατυπώνει ἀπερίφραστα: «Κἀγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκει ὁ κό- σμος ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς ἐμέ ἠγάπησας» (Ἰω. 17, 22-23). Στό χωρίο αὐτό βρίσκεται συμπυκωμένα τό ἑρμηνευτικό «κλειδί» κατανοήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς βάσεως τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας . Ἐκεῖνο πού ἑνοποιεῖ τούς πιστούς στήν Ἐκκλησία, ἤ ἐκεῖνο πού κάνει τήν Ἐκκλησία ἕνα καί ἀδιάσπαστο, ὀργανικό, θεανθρώπινο σῶμα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη θεοποιός δόξα καί Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄκτιστη αὐτή θεότητα, πού συνέχει καί τελειοποιεῖ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, οἰκειώνεται χαρισματικά καί παραμένει ἐσαεί λειτουργικά στήν Ἐκκλησία, μυστηριακῶς, χάριν τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί ἡ κεφαλή τοῦ ἑνός θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Ἐφ. 1, 22-23). Στό σῶμα αὐτό πραγματώνεται ὀντολογικῶς καί χαρισματικῶς τό «ἐγώ ἐν αὐτοῖς» τοῦ Χριστοῦ.

          Κατά συνέπεια, ὁ ἀναγκαῖος ὅρος τῆς ἑνότητάς μας μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ εἶναι ἡ χαρισματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας ἐνεργῶς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἑνότητά μας μέ τόν Τριαδικό Θεό δέν ὀφείλεται σέ προσόν τῆς φύσεώς μας, ἀλλά στό Ἅγιο Πνεῦμα. (Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Kατά Ἀρειανῶν 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Τό Πνεῦμά ἐστιν τό ἐν τῷ Θεῷ τυγχάνον, καί οὐχ ἡμεῖς καθ' ἑαυτούς»). Πρακτικῶς, ἡ χαρισματική αὐτή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται μέ τή συμφωνία τῆς γνώμης καί τήν ὕπαρξη ἑνιαίου φρονήματος σέ μᾶς (βλ. Κατά Ἀρειανῶν 3,23, ΒΕΠ 30, 269).

Ἄν ὅμως ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησιας ὡς μυστηριακοῦ καί Θεανθρωπίνου σώματος, ἀλλά καί ἡ ἑνότητα τῶν ἐπιμέρους πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους, κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πραγματοποιεῖται ἄμεσα καί προσωπικά ἀπό τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό διά τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε γίνεται εὔκολα κατανοητό ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι -Ρωμαιοκαθολικοί καί Προτεστάντες- πού σέ καμία περίπτωση δέν συνιστοῦν Ἐκκλησίες ἀλλά θρησκευτικές κοινότητες μέ ἐκκλησιαστικό ὄνομα, ἀλλοιώνοντας διά τοῦ Filioque τήν ἀποστολική πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν Τριαδικό Θεό καί πρακτικῶς μή κάνοντας τήν διάκριση ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας στό Θεό, καθιστοῦν ἀνέφικτη τήν ὀντολογικοῦ καί χαρισματικοῦ χαρακτήρα ἑνότητά τους μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μαζί μας ἐν Χριστῷ.

Ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἐπιδιωκόμενη μορφή ἑνότητας μέ τούς ἑτεροδόξους, πού παρακάμπτει τίς παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις γιά τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν», εἶναι στήν πραγματικότητα ἀνέφικτη. Ὡστόσο ὅμως, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τό συντονιστικό κέντρο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἐμφανίζονται νά ἔχουν ἄλλη θεώρηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐπ' αὐτοῦ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό τό γεγονός, ὅτι στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ὑποβληθέντος Προσχεδίου τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς στήν Κύπρο, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μνημονεύεται ὅτι στό συμφωνηθέν κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007) Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι κάνουν λόγο γιά «τήν ἐποχή τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας», (βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας &41). Εἶναι σαφές ὅτι ἡ διατύπωση αὐτή προϋποθέτει γιά τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. πώς σήμερα δέν ὑφίσταται ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Καί ἑπομένως, σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρη- μένη, παρά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁμολογοῦμε λεκτικά στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας. Αὐτό ὅμως σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅλων ἐκείνων, πού συνειδητά ὑποστηρίζουν ὅσα τό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαλαμβάνει γιά τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς δέν ἀποδέχονται μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἀλλά, ἤδη πολύ νωρίτερα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί διαφοροποιήθηκαν ἀπό τή δογματική διδασκαλία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ τήν προσθήκη τοῦ Filioque. Τό Filioque κυοφορήθηκε καί φανερώθηκε στή Δύση, ὅταν ὑποχώρησε ἡ βίωση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησια- στικό πλήρωμα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ πάπα. Οὐσιαστικά τό Filioque ἀπετέλεσε τήν ἀποκρυστάλλωση τῆς ἀποξενώσεως ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς ἀκτί- στου Χάριτος καί ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μέσω τῆς ὁποίας πραγματο- ποιεῖται ἡ ἄμεση καί ἀληθινή κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο στόν κατεξοχήν φορέα τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δηλαδή στήν Ἐκκλησία.

Κατά συνέπεια, ἐξαιτίας τῆς δογματικῆς διαφοροποιήσεώς μας ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά οὔτε τυπικά ἑνό- τητα μαζί τους. Ὡστόσο ὅμως, τό δογματικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς παράδοξο εἶναι, ὅτι τό Κείμενο τῆς Ραβέννας -συνεπές πρός τά προηγούμενα κοινά Κεί- μενα τοῦ Μονάχου, τοῦ Bari, τοῦ Βάλαμο καί τοῦ Balamand- κάνει λόγο γιά κοινή ἀποστολική πίστη, κοινά μυστήρια καί ἐκκλησιακό χαρακτήρα τῶν ἑτερο- δόξων. Ἔτσι, δίνεται ἡ ἐσφαλμένη καί βλάσφημη ἐντύπωση ὅτι μέ τό κοινό αὐ- τό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαψεύδεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι τά ἀποκομμένα ἀπό τήν ἄμπελο κλήματα δέν μποροῦν νά φέρουν καρπό. Τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. δηλαδή διαβεβαιώνουν στά κοινά Κείμενά τους, ὅτι παρά τίς αἱρετικές ἀποκλίσεις τους οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνιστοῦν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν γνήσια μυστήρια. Εἶναι θεολογικῶς ἀλλά καί λογικῶς ὄντως παράδοξο, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἀντιλαμβάνον- ται τό κολοσιαῖο δογματικό σφάλμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιά τόν κτιστό χα- ρακτήρα τῶν μυστηρίων τους, τό ὁποῖο σφάλμα ἀκυρώνει κυριολεκτικά τόν παραπάνω ἰσχυρισμό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, πού προσυπογράφουν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι. Οἱ ἴδιοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μᾶς πιστοποιοῦν μέ τή δογματική διδασκαλία τους γιά τήν κτιστή Χάρη, ὅτι εἶναι ἐμπειρικῶς ἄμοιροι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεανθρώπινου χαρακτήρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητάς της. Κατά συνέπεια, μέ τίς ὑφιστάμενες προϋποθέσεις εἶναι θεολογικῶς τελείως ἄστοχο καί ἄσκοπο νά ἐπιχειρεῖται ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα ἑνότητα μαζί τους. Εἶναι πρακτικῶς ἄλλωστε καί τελείως ἀνέφικτη αὐτή ἡ ἑνότητα, ἐπειδή ἀντίκειται στίς θεολογικές προϋποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί στό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ χαρακτήρα της.

Β΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Ἡ ὁποιαδήποτε μορφή ἑνότητας στήν Εκκλησία, χωρίς τήν λειτουργική καί εὐχαριστιακή ἑνότητα, εἶναι σίγουρα μιά ἀτελής ἑνότητα. Ἡ ἴδια ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος, εἶναι κατεξοχήν μυστηριακό γεγονός. Με τά μυστήριά της ἡ Ἐκκλησία ἐντάσσει τούς ἀνθρώπους στό μυστηριακό σῶμα τοῦ

 Χριστοῦ, τούς συνέχει καί τούς ἑνοποιεῖ μέ τήν κεφαλή τοῦ σώματος ἀλλά καί μεταξύ τους. Τέλος, τούς κάνει ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσφέροντας σ' αὐτούς τήν χαρισματική θέωσή τους ἀνάλογα μέ τό βαθμό δεκτικότητάς τους, μέ τρόπο δυναμικό, προοδευτικό καί ἀτελεύτητο στό πλαίσιο τῆς ἄκτιστης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀνέσπερης καί ἀδιάδοχης ὀγδόης ἡμέρας τοῦ μέλλοντα ἀΐδιου αἰώνα.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς συνόλου καί ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τήν αἰσθητή, ὁρατή φανέρωσή της στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη κατά τή Θεία Λατρεία, καί εἰδικότερα καί κατεξοχήν κατά τή μετοχή τῶν πιστῶν στή Θεία Κοινωνία. Τότε ἀκριβῶς, στό μέτρο τῆς καθαρότητας καί δεκτικότητάς μας κοινωνοῦμε μέ τή μορφή ἀρραβῶνος στήν ἄκτιστη βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἑνωνόμαστε πραγματικῶς, χαρισματικά, διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος καί ἐνεργείας, μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀσώματους νοερούς νόες, μέ τούς ἀπό αἰώνων εὐαρεστήσαντες τόν Θεό κεκοιμημένους δικαίους καί ἁγίους, ἀλλά καί μέ ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη πιστούς, πού εἶναι ὀργανικά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δεκτικά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτός Του. Εἶναι ἐπ' αὐτοῦ χαρακτηριστική ἡ αἰσθητή -λεκτική καί ἀκουστική- ἐμπειρία τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως διά τῆς ἀναφορᾶς τοῦ προϊσταμένου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι μόνο στούς προαπελθόντες ἁγίους, ἀλλά ὀνομαστί καί στήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας σήμερα, κατά τήν κορυφαία στιγμή τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων.

Ἐδῶ ὅμως πρέπει νά δώσουμε κάποιες ἀπαραίτητες θεολογικές διευκρινίσεις, ἐπειδή σήμερα κινδυνεύουμε ἀπό μία ὕποπτη, φιλτραρισμένη, μυστηρια- κή, θά ἔλεγα τολμηρά, εἰδωλολατρεία. Αὐτή προωθεῖται ἀπ' ὅσους -γιά λόγους σκοπιμότητας- τονίζουν μονομερῶς τή θεσμική ἔκφραση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐάν αὐτά λειτουργοῦν ἀπροϋπόθετα, μαγικῶς καί μηχανιστικῶς, ἀκόμη καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὅμως παραγνωρίζεται ἡ Πατερική θεώρηση τῶν μυστηρίων ὡς ἐκφάνσεων τῆς Ἐκκλησίας. Τά μυστήρια εἶναι τά κλαδιά τοῦ δέντρου τῆς Ἐκκλησίας, τά μέλη τῆς καρδιᾶς της, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αὐτά παρέχουν τήν ἄκτιστη ἑνοποιό δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά τήν πραγμάτωση καί τή βίωση τῆς ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἑνότητας τῶν πιστῶν-μελῶν ὑπό σαφεῖς προϋποθέσεις.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν πραγματώνεται διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος μυστηριακῶς καί ἰδιαίτερα διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὄχι ὅμως μηχανιστικῶς καί ἀπροϋποθέτως. Ἀπεναντίας ἡ χαρισματική ἕνωση προϋποθέτει ἀπό τούς πιστούς τήν καθαρότητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν ἐλεύθερη συνεργία

τους καί τό αὐτό φρόνημα ὡς πρός τήν πίστη. Ἄλλωστε, ὁ Θεός δοξάζεται ὀρ- θά στό πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας, μόνον ὅταν ἡ δοξολογία γίνεται «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει ὄχι μόνο μία πίστη, ἀλλά καί μία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ζωή. Αὐτό εἶναι θεολογικῶς εὐνόητο, γιατί ὁ Θεός ὡς αὐτοδόξαστος, μπορεῖ πρακτικῶς νά δοξάζεται πραγματικά καί ἀπό ἐμᾶς, μό- νον ὅταν ὁ ἴδιος ἐνεργεῖ ἐντός ἡμῶν διά τοῦ Πνεύματός Του. Αὐτό ὅμως συμβαίνει, μόνον ὅταν ἔχουμε ἐνεργό ἐντός ἡμῶν τό δικό Του Πνεῦμα, πού λάβαμε κατά τήν προσωπική μας Πεντηκοστή, στό ἅγιο Χρίσμα.

Ὅταν ὅμως συμβαίνει ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά ἔχει ἄλλο φρόνημα, καί μάλιστα ἀντίθετο μέ τή δογματική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε προφανῶς ἡ ἑνότητα τῆς ἡγεσίας μέ τό σῶμα καί τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζεται λειτουργικῶς προβληματική.

Ἰδιαίτερα προβληματική γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή λατρεία ἐμφανίζεται ἡ κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκριμένη ἡγεσία, πού μνημονεύεται στή θεία Εὐχαριστία, συμβαίνει νά φρονεῖ, νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται κατά τρόπο ἀσύμβατο πρός τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὅταν συμβαίνει, ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά προβαίνει σέ συμπροσευχές μέ τούς ἑτεροδόξους καί νά ἀποδέχεται, ἔστω καί σιωπηρῶς, τά κοινά Κείμενα πού ὑπογράφουν οἱ ἀντιπρόσωποί της μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅταν δηλαδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς στήν πράξη θεωρεῖ ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι συνιστοῦν ἐκκλησίες, μέ τήν ἐκκλησιολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, καί ὅτι ἔχουν κατά συνέπεια γνήσια μυστήρια, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἑτερόδοξοι ἀρ- νοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος καί ἐνεργείας τῶν μυστηρίων, ἀδειάζοντας ἔτσι κυριολεκτικά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τόν θεανθρώπινο χαρακτήρα της καί ὑποβιβάζοντάς το σέ καθαρά ἀνθρώπινο ὀργανισμό, τότε ἀσφαλῶς φαλκιδεύεται σέ κάποιο βαθμό ἡ ἑνότητα τῆς συγκεκριμένης ἡγεσίας μέ τήν Ἐκκλησία καθεαυτήν. Πρακτικῶς, τότε ἡ ἐπιδιωκόμενη ἑνότητα αὐτῆς τῆς ἡγεσίας ἐξαντλεῖται στό κτιστό καί ἀνθρώπινο ἐπίπεδο. Τότε αὐτή ἡ ἑνότητα δέν συμπεριλαμβάνει στήν πραγματικότητα τόν Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ οἱ πρός ἑνότητα Ρωμαιοκαθολικοί ἐξακολουθοῦν νά ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, πού ὡς θεότητα γεφυρώνει ὀντολογικῶς τό χάσμα ἀνάμεσα στόν ἄκτιστο Τριαδικό Θεό καί τόν κτιστό ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως καταργεῖται στήν πράξη ἡ θεία κοινωνία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τόν κτιστό ἄνθρωπο. Ἀλλά καί ὅταν συμβαίνει ἡ ζωή ἡμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νά μήν εἶναι συμβατή μέ τό φρόνημα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἡ ἐμφανιζόμενη κατά τήν θεία λατρεία θεσμική ἑνότητά μας εἶναι ἐξωτερική καί συμβατική. Σαφῶς δέν εἶναι ἐκείνη, πού ὁ Χριστός ζήτησε ἀπό τό Θεό Πατέρα στήν Ἀρχιερατική προσευχή Του, ἐπειδή δέν λαμβάνει σοβαρά ὑπόψη αὐτή ἡ ἑνότητα τίς θεολογικές καί ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις γιά τήν οἰκείωση καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωσή της.

Ἀτυχῶς ἡ ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, σέ συνδυασμό μέ τά προβληματικά θεολογικῶς οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔγινε αἰτία γιά τή διασάλευση τῆς λατρευτικῆς καί διοικητικῆς ἑνότητας τῶν νεοημερολογιτῶν μέ τούς ὀρθόδοξους παλαιοημερολογίτες ζηλωτές.

Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι τό πρόβλημα αὐτό θά πρέπει νά ἀπασχολήσει θεολογικά καί ἀγαπητικά τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον συμβαίνει νά εἶναι κοινή μεταξύ μας ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ καταγραμμένη μετά τό 1920 ἱστορία μας μπορεῖ νά βοηθήσει ἀμοιβαίως σέ αὐτοκριτική γύρω ἀπό τό πρόβλημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ σκοπό τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἑνότητας καί κοινωνίας μεταξύ μας.

 Γ΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Αὐτή ἀναφέρεται συγκεκριμένα στήν ἱεροκανονική καί ὀργανωτική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει τήν θεολογική θεμελίωσή της οὐσιαστικά στό βασιλικό- ποιμαντικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ.

Εἰδικώτερα, ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν παραδοσιακή δομή της, τήν ἐσχατολογικοῦ χαρακτήρα ὀντολογία της, ἀλλά καί τήν χαρισματικοῦ χαρακτήρα ταυτότητά της. Ἐκτροπή ἀπό τήν θεσμική ἀ- ποδοχή της συνιστοῦν οἱ παγιωμένες αἱρέσεις καί τά παγιωμένα ἐκκλησιαστικά σχίσματα.

Ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν ἐκφράζεται, ὅπως εἴπαμε ἤδη, μυστηριακῶς κατά τήν Θεία Λατρεία καί πιό συγκεκριμένα καί κατεξοχήν στή Θεία Εὐχαριστία. Ὅμως, ἐξίσου ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται διαχρονικά ἀδιαμφισβητήτως στήν κορυφαία διοικητική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τίς Οἱκουμενικές Συνόδους. Σ' αὐτές διατυπώνεται συνοδικῶς καί ἀλαθήτως -μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια- τό φρόνημα τῆς Θεανθρώπινης κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει καί τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ ἕνα εἶναι τό θέ- λημα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτός ἀκριβῶς ὁ χα- ρακτήρας τοῦ περιεχομένου τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας δι- ασώζεται στήν χαρακτηριστική διατύπωση αὐτῶν τῶν Συνόδων, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ διατύπωση στήν Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων: «ἔδοξε τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ καί ἡμῖν» (Πρξ. 15,28) ἤ ὅπως στίς Οἰκουμενικές Συνόδους: «ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσι...». Ἔτσι, τό ἕνα φρόνημα τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται ἀπό τό φρόνημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι ἐνεργό στά ἐπιμέρους μέλη τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτό πιστοποιεῖται ἀντικειμενικά, ἐφόσον οἱ ἱεράρχες ἐκφράζονται ταπεινά, ὡς «ἑπόμενοι, δηλαδή, τοῖς ἁγίοις Πατράσι», Τοῦτο σημαίνει, ὅτι κάθε σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ὀφείλει νά εἶναι σύμφωνη καί «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Διαφορετικά, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφανσή της θά εἶναι ὄχι μόνον θεσμικά ἀλλά καί οὐσιαστικά μετέωρη.

«Κλειδί» γιά τήν διαπίστωση τῆς γνησιότητας τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει ἡ διοίκηση τῆς ἐπιμέρους τοπικῆς ἤ τῆς σύνολης Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ δογματική συνείδηση τῶν μελῶν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας ἀναδεικνύεται σέ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀληθείας. Σέ τελευταία δηλαδή ἀνάλυση καί αὐτή ἡ Οἰκουμενικότητα μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται ἀλαθήτως ἀπό τό πλήρωμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰδικότερα ἀπό τή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τό τελευταῖο τοῦτο παρέχει προσδιοριστική σημασία στήν ἑνότητα τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, τό ὁποῖο ἐκφράζεται ἀδιαμφισβήτως θεσμικά ἀπό τήν ἀνώτατη ἡγεσία τῆς ὅλης Ἐκκλησίας στό πλαίσιο μιᾶς Πανορ- θοδόξου ἤ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησί- ας διασφαλίζεται θεσμικά μέν, ἀλλά ὄχι μηχανιστικά καί δημοκρατικά. Διασφαλίζεται μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τοῦτο πρακτικῶς σημαίνει, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ὀντολογικές καί εἰδικότερα ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις. Προϋποθέτει δηλαδή τήν ὀντολογική ἑνότητα τῶν πιστῶν στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὡς ἄκτιστη θεοποιός Χάρη συνέχει τό μυστηριακό σῶμα καί γεφυρώνει χαρισματικῶς καί ὑπαρξιακῶς (ὀντολογικῶς) τά κτιστά μέλη μέ τήν ἄκτιστη θεότητα τῆς Θεανθρώπινης Κεφαλῆς τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι θεολογικῶς θεμιτό καί πνευματικῶς ἐπιβεβλημένο ὁ ὁποιοσδήποτε πιστός νά μπορεῖ νά ἀμφισβητεῖ τήν θεσμικῶς ἐκφρασθεῖσα συνοδική ἀπόφανση τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μέ βεβαιότητα διαπιστώνει ὅτι αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαν- ση δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Σημειωτέον, ὅτι μέ τή στάση του αὐτή παραμένει ἑνωμένος μέ τήν Κεφαλή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη Ἐκκλησία.

ἔστω καί κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἐνόσῳ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας παραμένοντας ἕως σήμερα σταθερά στίς αἱρετικές θέσεις τους γιά τό Filioque καί τήν κτιστή θεία Χάρη, σέ συνδυασμό μέ τό Πρωτεῖο καί τό Ἀλάθητο τοῦ πάπα.

 Δ΄ ΟΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ

Ἄν προσεγγίσουμε ἱστορικοδογματικά τό παπικό Πρωτεῖο καί τό Filioque, παρατηροῦμε ὅτι ἡ ἐμφάνιση καί ἡ ἐξέλιξή τους εἶναι παράλληλη. Οἱ δύο αὐτές δογματικοῦ χαρακτήρα ἐκτροπές συμπορεύονται ἱστορικά.

Ἡ ἱστορική ἀφετηρία τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἐντοπίζεται στόν Δ΄ αἰώνα, τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή. Ἤδη στή Δυτική σύνοδο τοῦ 371 ὑποστηρίζεται, ὅτι οἱ σύνοδοι χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ πάπα εἶναι ἄκυρες. Στήν Ἀνατολή ὁ Μ. Βασίλειος κάνει λόγο γιά τήν «ἐπηρμένη παπική ὀφρῦ», ἐνῶ τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μᾶς πληροφοροῦν γιά τίς παπικές ἀξιώσεις, πού διαβιβάζουν οἱ παπικοί ἀντιπρόσωποι μέχρι καί τήν Η' Οἰκουμενική (879/890) ἐπί Πατριάρχου Φωτίου. Εἶναι διεθνῶς ἱστορικά ἐπιβεβαιωμένο, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολή οὐδέποτε ἀνεγνώρισε στόν ἐπίσκοπο Ρώμης Πρω εῖο διοικητικῆς δικαιοδοσίας καί ἐξουσίας οὔτε στή θεωρία οὔτε στήν πράξη, παρά μόνον «Πρεσβεῖα τιμῆς», πού σημαίνει, ὅτι ἦταν πρῶτος μεταξύ ἴσων, "primus inter paris" (βλ. 28ος Κανόνας Δ΄ Οἰκ. Συνόδου). Τέλος, ἡ ἄρνηση τῆς Ὀρθό- δοξης Ἀνατολῆς νά ὑποταχθεῖ στίς ἀξιώσεις τῶν Δυτικῶν περί πρωτείου ἐξουσίας σ' ὅλη τήν Ἐκκλησία ἔγινε ἡ ἀφορμή γιά ἀπόσχιση τῶν παπικῶν τό 1054 ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Στίς ἑνωτικές προσπάθειες πού ἀκολούθησαν ἡ Δύση ἐπιχειροῦσε νά ἐπιβάλει πάντοτε στήν Ἀνατολή τήν μοναρχικοῦ τύπου Ἐκκλησιολογία της, μέ βάση τήν ὁποία ὁ πάπας θά ἔπρεπε νά θεωρεῖται ὡς ἡ μόνη ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ δογματική κατοχύρωση τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἔγινε ἐπισήμως στήν Α΄ Βατικανή Σύνοδο (1870). Στήν Σύνοδο αὐτή μαζί μέ τό Ἀλάθητο τοῦ πάπα καθορίστηκε τό ἀκριβές περιεχόμενο τοῦ Πρω είου, πού νοεῖται ὡς διοικητική ἐξουσία σ' ὅλη τήν Ἐκκλησία, μέ προοπτική τήν διαφύλαξη τῆς ὀρθῆς πίστεως. Εἶναι λοιπόν προφανές, ὅτι τό παπικό Πρωτεῖο ἀποτελεῖ δομικό συστατικό στοιχεῖο τοῦ Παπισμοῦ καί μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας του, μέ τήν ἔννοια ὅτι χωρίς αὐτό δέν εἶναι δυνατή ἡ πλήρης ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ἡ δογματική ἀφετηρία τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἀνάγεται διά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στόν ἴδιο τόν Χριστό.

Τήν παραπάνω μοναρχική Ἐκκλησιολογία τῆς Α΄ Βατικανῆς ἐπιχείρησε νά μετριάσει ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος (1962-1964) μέ τήν εἰσαγωγή μιᾶς ἰδιότυπης Ἐκκλησιολογίας τῆς κοινωνίας (communio), πού ἀναφέρεται στή συλλογικότη- τα τῶν ἐπισκόπων [Συνοδικός Ὅρος "Lumen Gentium" (Φῶς Ἐθνῶν) ἀρ. 22]. Μέ βάση τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο [ἀποκλείεται κάθε δυνατότητα δράσεως τοῦ ἐπισκοπικοῦ σώματος χωρίς τόν ἐπικεφαλῆς του, ἐνεργεῖ μόνον συλλογικά καί σέ κοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπο Ρώμης. Ὁ πάπας τοποθετεῖται κατά κάποιο τρόπο «ὑπεράνω τοῦ ἐπισκοπικοῦ σώματος» ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ τοποτηρητοῦ τοῦ Χριστοῦ (vicarius Christi)] στήν πραγματικότητα φαίνεται νά ἰσχύει μιά διπλῆ ὑπέρτατη διοικητική ἀρχή: Ἀπό τή μία εἶναι ὁ σύλλογος τῶν ἐπισκόπων μέ ἐπικεφαλῆς τόν πάπα, καί ἀπό τήν ἄλλη εἶναι μόνη ἡ κεφαλή. Εἶναι ὅμως ἰδιαί- τερα σημαντικό, ὅτι πολύ συχνά ἡ Σύνοδος ἐπαναλαμβάνει ὅτι ὁ πάπας μπορεῖ νά ἀσκεῖ τή διακονία του «μόνος».

Εἶναι λοιπόν προφανές, ὅτι οὐσιαστικά δέν ἐπιτεύχθηκε ἡ ἁρμονία ἀνάμε- σα στόν παπισμό καί τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα. Οἱ δύο Ἐκκλησιολογίες τοποθετή- θηκαν ἡ μία δίπλα στήν ἄλλη σέ μιά προβληματική ἄρθρωση. Ἡ ἱστορία ἀπέδειξε τήν ἀπόλυτη ἀντιπαλότητα τῶν δύο Ἐκκλησιολογιῶν στή Δύση. Ἡ πρόβλεψη πάντως τῶν Δυτικῶν θεολόγων εἶναι, ὅτι μᾶλλον θεωρητικῶς καί πρακτικῶς θά δοῦμε καί πάλι νά ἐπιβάλλεται μιά καθαρά μοναρχιανική Ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία θά ἀπωθήσει τίς μορφές συλλογικότητας καί συνοδικότητας, πού πρόσφατα ἐπανεμφανίστηκαν στό προσκήνιο (βλ. σχετικῶς K. Schatz...).

Ὅπως γίνεται εὔκολα κατανοητό ἀπό τά παραπάνω, τό παπικό Πρωτεῖο - σέ συνδυασμό μάλιστα μέ τό παπικό Ἀλάθητο-  καθιστᾶ θεωρητικῶς καί πρακτικῶς τελείως ἀδύνατη τήν καταδίκη τοῦ πάπα σέ περίπτωση δογματικῶν σφαλμάτων του. Αὐτό καί μόνο βεβαιώνει τήν ἐκκλησιολογικοῦ χαρακτήρα στρέβλωση τῆς συνοδικότητας τῶν ἐπισκόπων, καί σαφῶς ἀντιβαίνει στήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε θεσμικά ἀπό τήν Ἀποστολική Σύνοδο καί τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Τό Πρωτεῖο, ὅπως νοηματοδοτήθηκε στή Δύση, ὄχι μόνο δέν ὑπηρέτησε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀντίθετα κυοφόρησε διασπαστικές τάσεις καί τελικά πυροδότησε τήν ἔκπτωση τοῦ παπισμοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία, σέ συνδυασμό βέβαια καί μέ τίς ἄλλες ἀποκλίσεις ἀπό τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ ἐσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις τοῦ παπικοῦ Πρωτείου συνδέονται ἄρρηκτα μέ τό ἱστορικά σύγχρονό του Filioque, τό ὁποῖο μάλιστα χρονικά προηγήθηκε στή θεσμοποίησή του, ἀφοῦ ἤδη ἀπό τόν ΣΤ΄ αἰώνα υἱοθετήθηκε στή Δύση ἀπό τή Σύνοδο τοῦ Τολέδου (547) καί προστέθηκε μέ τοπική ἰσχύ στό Σύμβολο Νικαίας-Κων/πόλεως (589). Οἱ ἐσφαλμένες θεολογικές προϋπο- θέσεις τοῦ Πρω είου θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν πρωτίστως στήν Πνευματολογία τῆς Δύσεως. Εἰδικώτερα στή ζωή καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας στή Δύση ἀτονεῖ ὁ πνευματολογικός παράγοντας, μέ ἀποτέλεσμα νά υἱοθετεῖται τό Filioque, τό ὁποίο ὑποβιβάζει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί σέ δογματικό-θεωρητικό ἐπίπεδο. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει παράλληλα καί μέ τό παπικό Πρωτεῖο, τό ὁποῖο φανερώνει θεολογικά στήν πράξη τή μείωση τῆς χαρισματικῆς διαστάσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τή μείωση τῆς σημασίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα σ' αὐτήν, ἐκφράζοντας συμπυκνωμένα τόν τρόπο ὀργανώσεως τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ μέ τόν συγκεντρωτικό καί ἱεροκρατικό χαρακτήρα του καί τήν κυριαρχική ἐξουσία του στόν κλῆρο καί τό λαό.

Ἀκόμη πιό συγκεκριμένα, οἱ ἐσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἔχουν σαφῆ πνευματολογικό χαρακτήρα γιά τόν ἑξῆς λόγο. Οἱ Δυτικοί, πολύ νωρίς καί πάντως σταδιακά ὅλο καί περισσότερο, ἀλλοτριώθηκαν ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, πού ἀφορᾶ στή χαρισματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ θά ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία μετά τήν Πεντηκοστή «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», καί θά ἐγγυᾶται πρακτικῶς διά τῆς ἀοράτου καί ἐν πάσῃ αἰσθήσει παρουσίας του τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Δυτική Χριστιανοσύνη δηλαδή ἔχασε τή βιωματική ἐμπειρία τῆς ἑνότητας μέ τήν ἄκτιστη θεία δόξα καί θεοποιό Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἐκκλησιολογική δομή τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, στήν ὁποία άναφερθήκαμε, βεβαιώνει τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ἡ δομή αὐτή, μέ θεμελιακό συστατικό στοιχεῖο τό Πρωτεῖο, δέν ἐπιτρέπει τήν χαρισματική λειτουργία τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, ἀφοῦ ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια καί θεανθρώπινη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὑποκαταστάθηκε ἀπό τήν κτιστή παρουσία τοῦ τοποτηρητῆ της, τοῦ πάπα, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀγνοήθηκε προκλητικά ἡ ἀναφορά στήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ ἄλλα λόγια, ἐπειδή οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν κάνουν διάκριση ά- νάμεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι δέν ἔχουν βιωματική ἐμπειρία τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τῆς ἀ- κτίστου ἐνεργείας καί Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος -ἐξ οὗ καί ἡ περί κτιστῆς Χάριτος δογματική διδασκαλία τους- ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν θεολογικῶς τήν ἀόρατη παρουσία τοῦ Θεανθρώπου ὡς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν ἀόρατη παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία ὀντολογικῶς, κατά τήν ἄκτιστη καί θεοποιό ἐνέργειά του, ὡς ἐγγυητοῦ τῆς ἀλήθειάς της ἕως τῆς συντελείας. Λόγω ἐλλείψεως τῶν παραπάνω θεολογικῶν προϋποθέσεων οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν θεολογικῶς πῶς θά ἐμφανίσει ὁ Χριστός ἀοράτως τόν ἑαυτό Του στά ζῶντα μέλη τοῦ μυστηριακοῦ σώματός Του καί ὄχι στόν ἄλλο κόσμο, ἀλλά καί πῶς θά εἰναι ἀοράτως παρούσα ἡ ἐντός τῶν πιστῶν ἄκτιστη βασιλεία Του, μή ἐρχομένη «μετά παρατηρήσεως» (βλ. Λκ. 17, 20-21), γιά ὅσους δέν ἔχουν ἐνεργά πνευματικά αἰσθητήρια.

Ἐδῶ ὅμως γεννᾶται εὔλογα τό θεολογικό ἐρώτημα: Ποιά εἶναι ἡ πρωτογενής αἰτία γι' αὐτήν τήν θεολογική σύγχυση καί ἀταξία, ἡ ὁποία ἐκβάλλει ἄμεσα στήν Ἐκκλησιολογία καί πρακτικῶς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ σωτηριολογικές πλέον συνέπειες;

Τό παπικό Πρωτεῖο, εἴτε μέ τήν ἀπροκάλυπτη ἔννοια τῆς ἐξουσίας εἴτε μέ τό προκάλυμμα τῆς διακονίας (βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας) στή διοίκηση τῆς Ἐκ- κλησίας, ἔχει ὡς πρωτογενῆ αἰτία τόν ἐγωισμό, τήν κενοδοξία καί τήν ὑπερηφάνεια, πού ἀπό τή φύση τους εἶναι κακίες διασπαστικές τῆς ἑνότητας, ὁποιασδήποτε μορφῆς. Ὁ ποικιλόμορφος ἐγωισμός εἶναι ἡ πρωτογενής αἰτία κάθε ἑτεροδιδασκαλίας, κατά τή μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (βλ. Α΄ Τιμ. 6, 3-6). Αὐτός φουσκώνει καί διαφθείρει τόν νοῦ καί τόν ὁδηγεῖ στήν ἔκπτωση ἀπό τή ΜΙΑ καί πάντοτε ἑνιαία Ἐκκλησία. Ἡ ἴδια πρωτογενής αἰτία ἄλλωστε ἀπέσπασε τόσο τόν Ἑωσφόρο καί τούς ὁμόφρονές του ἀγγέλους, ὅσο καί τό προγονικό ζεῦγος, ἀπό τήν ἀρχέγονη Ἐκκλησία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους του. Τό ἐγωιστικό φρόνημα εἶναι ἀσύμβατο μέ τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας στήν Ἐκκλησία. Ἡ βιωματική αὐτή ἐμπειρία ἔχει πάντοτε ὡς θεμελιῶδες χαρακτηριστικό γνώρισμά της τήν ταπεινοφροσύνη, ἡ ὁποία φανερώνεται κυρίως ὡς ὑπακοή μόνο στό θέλημα τῆς μίας καί Θεανθρώπινης κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατά τό πρότυπο τῆς ὑπακοῆς τοῦ Θεανθρώπου στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

Ό ἴδιος ὁ Χριστός κατά τήν ἱστορική παρουσία του στή γῆ ἀπέκρουσε κατηγορηματικά κάθε κενόδοξη ἐπιθυμία γιά τήν ὑπεροχή ὁρισμένων μόνον Ἀπο- στόλων (βλ. Μθ. 20, 20-28 καί 23, 8-11, Μκ. 10, 35-45), λέγοντας στούς δύο ἐ- πίλεκτους μαθητές του: «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε» (Μθ. 20,22). Ἀκόμη, εἶναι ἰδιαί- τερα σημαντικό και τό γεγονός ὅτι οἱ Ἀπόστολοι, ἀφότου ἔλαβαν τό Ἅγιο Πνεῦ- μα κατά τήν Πεντηκοστή καί ἔχοντάς το ἔκτοτε μέσα τους βιωματικῶς «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» καί ἐνεργό στόν μέγιστο βαθμό, δέν διεκδίκησαν κανένα Πρω εῖο, οὔτε διοικητικῆς ἐξουσίας οὔτε διακονίας, ὅπως πιστοποιεῖται ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι, βλέπουμε λ.χ. ὅτι στήν Ἀποστολική Σύνοδο δέν ἦταν Πρόεδρος ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος Πέτρος, ἀλλά ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, καί ὅτι δέν ἐπικράτησε συνοδικῶς ἡ θέση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (βλ. Πρξ. 15). Ἐκεῖ, γιά πρώτη φορά ἀποδείχθηκε μέ αὐθεντικό τρόπο ὅτι τό Ἀλάθητο δέν τό κατέχει κανένα θεσμικό πρόσωπο, ἀλλά ἡ σύνολη Ἐκκλησία, ὅταν συμβαίνει νά ἐκφράζεται θεσμικά μέσῳ μιᾶς Οἰκουμενι- κῆς Συνόδου. Ἀλλά διαφωτιστικά, ὡς πρός τό θέμα μας, εἶναι καί ὅσα μαρτυροῦνται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων [τόσο κατά τή ἐκλογή τοῦ Ἀποστόλου Ματθία, ὅσο καί] γιά τήν ἐκλογή τῶν ἑπτά Διακόνων, ἰδιαίτερα ὅσα σχετίζονται μέ τόν τρόπο καί τά ἁγιοπνευματικά κριτήρια ἐπιλογῆς τους (βλ. Πρξ. 6, 2-3). Κύριο κριτήριο ἐπιλογῆς εἶναι ἡ ἐνεργός παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς ὑποψηφίους διακόνους («ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά πλήρεις πνεύματος καί σοφίας» Πρξ. 6,3).

Εἶναι ἅλλωστε ἱστορική ἀλήθεια ὅτι οὐδέποτε ἕνας Ἀπόστολος διοίκησε τήν Ἐκκλησία. Τήν διοίκησαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἰσοτίμως, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν Ἀποστολική Σύνοδο. Ἀλλά καί μετά τούς Ἀποστόλους, οἱ διάδοχοί τους, ὡς ἰσότιμοι ἐπίσκοποι, διοίκησαν τήν Ἐκκλησία συνερχόμενοι σέ συνόδους ὑπό τήν προεδρία ἰσοτίμου ἐπισκόπου, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό τίς Οἰκυμενικές Συνόδους. Τά «Πρεσβεῖα τιμῆς» τοῦ Πρώτου δέν καταργοῦν τήν ἰσοτιμία. Καί αὐτός πού ἔχει τά «Πρεσβεῖα τιμῆς» ἔχει μία ψῆφο καί ὑπόκειται στήν κρίση τῶν ἰσοτίμων του ἐπισκόπων. Γι' αὐτό ἄλλωστε καί μερικοί Πρῶ οι τόσο στήν Ἀνατολή ὅσο καί στή Δύση καταδικάστηκαν ὡς αἱρετικοί κατά τήν πρώτη χιλιετία.

Κατά συνέπεια, τό παπικό Πρω εῖο δέν ἔχει θεολογική βάση οὔτε ἁγιοπνευματική καί ἐκκλησιολογική νομιμοποίηση. Στηρίζεται σαφῶς σέ κοσμικοῦ χαρακτήρα νοοτροπία ἐξουσίας-διακονίας. Ἀνατρέπει τήν ἁγιοπνευματική δομή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, σχετικοποιεῖ καί πρακτικῶς καταργεῖ τή Συνοδικότητα ὡς ἁγιοπνευματική λειτουργία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰσάγει τό κοσμικό φρόνημα σ' αὐτήν, ἀκυρώνει τήν ἰσοτιμία τῶν ἐπισκόπων, ἰδιοποιεῖται τήν ἀπόλυτη διοικητική ἐξουσία ἐφ' ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, παραμερίζοντας οὐσιαστικά τόν Θεάνθρωπο καί τοποθετώντας ὡς ὁρατή κεφαλή ἕναν ἄνθρωπο καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἐπαναλαμβάνει θεσμικά πλέον τό προπατορικό ἁμάρτημα. Καί, ὅπως μέ τό Filioque καταλύθηκε στή Δύση θεσμικά ἡ ἰσοτιμία τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί εἰδικότερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ ὑποβιβάστηκε στήν ὀντολογική κατηγορία τῶν κτισμάτων, ἔτσι καί μέ τό παπικό Πρω εῖο, θεσμικά, ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀπουσία τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό σῶμα, τό ὁποῖο οὐσιαστικά μεταλλάσσεται ἀπό θεανθρωποκεντρικό σέ ἀνθρωποκεντρικό. Τέλος, ἡ θεραπεία τῆς παραπάνω ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς τῶν παπικῶν μπορεῖ νά ἀναζητηθεῖ μόνον στήν ἐν ταπεινώσει ἐπιστροφή τους στήν παραδοσιακή Ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.

 



footer

  • Κυριακή 19 Νοεμβρίου Αβδιού προφήτου, Βαρλαάμ, Αγαπίου, Ηλιοδώρου και Ευφημίας μαρτύρων

  • Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 83 επισκέπτες

  • Εμφανίσεις Άρθρων
    1471624

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ