Εκτύπωση

kyriakh agiwn paterwn 4ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ
«καί θείς τά γόνατα σύν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο» (Πραξ. κ’ 36)

Σήμερα, μιά Κυριακή πρίν τήν Πεντηκοστή, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τούς 318 Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συγκλήθηκε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325 μ.Χ.. Στή Σύνοδο αὐτή οἱ ἅγιοι Πατέρες διατράνωσαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ὁμοούσιος καί ὁμότιμος μέ τόν Θεό Πατέρα.
Στό σημερινό Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τούς Πρεσβυτέρους νά ἐπαγρυπνοῦν γιά τό ποίμνιο τους καί νά τό διαφυλάσσουν ἀπό τούς «βαρεῖς λύκους», δηλαδή τούς αἱρετικούς, πού διαστρέφουν τήν ἀλήθεια καί τήν παραδεδομένη πίστη τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Στό τέλος ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς παρουσιάζει τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά γονατίζει καί νά προσεύχεται μέ τούς Πρεσβυτέρους, «καί θείς τά γόνατα σύν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο», ἀφοῦ πλέον ἔχει τελειώσει τήν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία του πρός αὐτούς. Ἡ προσευχή αὐτή ἔρχεται νά ἐπισφραγίσει τήν ἑνότητα τους καί τήν ἀδιάσειστη ἐμπιστοσύνη τους στήν Πρόνοια του Θεοῦ. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ πώς οἱ πρῶτοι χριστιανοί εἶχαν τή συνήθεια νά προσεύχονται γονατιστοί ὡς ἔνδειξη συντριβῆς ἔναντι τοῦ Κυρίου (π.χ. βλ. Πράξ. 7, 60 καί 21,5) καί ἐπίσης νά προσεύχονται θερμά πρός τόν Κύριο ὅταν θά χωρίζονταν μεταξύ τους γιά κάποιο ταξίδι (π.χ. βλ. Πράξ. 21, 5-6).
Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός συχνά ἀποσυρόταν καί προσευχόταν, θέλοντας ἐμπράκτως νά μᾶς διδάξει τή μεγάλη ἀξία τῆς προσευχῆς στή ζωή μας (βλ. π.χ. Λκ 6,12). Χαρακτηριστική εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Κυρίου στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, πρίν ἀπό τό Θεῖο Πάθος (Λκ. 22, 39-44) καί ἡ ὑπόμνησή Του πρός τούς μαθητές : «προσεύχεσθε, ἶνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Λκ. 22, 46).
Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος ἡ προσευχή εἶναι «ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, συμφιλίωση μέ τό Θεό, γέφυρα πού σώζει ἀπό τούς πειρασμούς, τοῖχος πού μᾶς προστατεύει ἀπό τίς θλίψεις, συντριβή τῶν πολέμων, ἔργο τῶν ἀγγέλων, ἡ μελλοντική εὐφροσύνη, πηγή τῶν ἀρετῶν, πρόξενος τῶν χαρισμάτων, ἀποκάλυψη τῶν μελλοντικῶν πραγμάτων…» (Κλίμακα, Λόγος περί προσευχῆς). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι περιτειχισμένος μέ τήν προσευχή, τότε εὔκολα τόν ὑποτάσσει ὁ διάβολος καί τόν κάνει δεκτικό κάθε ἁμαρτίας, ὅπως ὁ ἐχθρός εὔκολα κυριεύει μιά πόλη πού δέν ἔχει κανένα τοιχόκαστρο (Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος περί προσευχῆς). Ἡ προσευχή συνοδεύει κάθε φάση καί ἔκφανση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ: «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ ὅλα τά κάνει προσευχή. Καί τή δυσκολία καί τή θλίψη, τίς κάνει προσευχή. Ἡ προσευχή ὠφελεῖ σέ ὅλα, καί στά πιό ἁπλά...», μᾶς διδάσκει ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης συμβουλεύει ὅτι μιά καλή προετοιμασία γιά τήν προσευχή εἶναι ἡ μελέτη πνευματικῶν βιβλίων, ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει ὅτι προϋπόθεση τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἀμνησικακία καί φυσικά ἡ ταπείνωση, ὅπως φαίνεται καθαρά μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου.
Ἡ προσευχή καλό εἶναι νά περιλαμβάνει πρῶτα τήν εἰλικρινῆ εὐχαριστία, ἔστω καί γιά τά πιό μικρά. Δεύτερον, ἄς περιλαμβάνει τήν συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν παθῶν μας καί τήν ὁμολογία τους πρός τόν Κύριο. Τέλος, ἄς περιλαμβάνει τήν ἀναφορά τῶν αἰτημάτων μας.
Τά εἴδη καί οἱ τρόποι τῆς προσευχῆς ποικίλουν. Προσευχή γίνεται στίς Ἱερές Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας καί στή μυστηριακή της ζωή. Ὑπάρχει βεβαίως καί ἡ κατά μόνας προσευχή τοῦ πιστοῦ καί ἡ λεγόμενη «προσευχή τοῦ Ἰησοῦ». Ἡ ἀξία τῆς μονολογίστου εὐχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ἔχει ἀνυπολόγιστη ἀξία, γιατί μέσα σέ λίγες λέξεις συνδέεται ἡ ὁμολογία τοῦ Θεανθρώπου μαζί μέ τήν ὁμολογία τῆς ἀνάγκης μας γιά τό ἔλεος Του σέ μᾶς. Γνωρίζουμε τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ, γνωρίζουμε τή δική μας ἀσθένεια καί γι’ αὐτό ριχνόμαστε στό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας Του καί τῆς Θείας Προνοίας Του. Ἄς προσπαθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή ὅποτε μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία, ἄλλοτε ψιθυριστά, ἄλλοτε νοερά, ἄλλοτε φωναχτά, ὡς νά ἔχουμε τόν Κύριο ἐνώπιον μας καί τότε θά ἀπολαύσουμε τούς θησαυρούς της. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ἀναφέρει: «Γιά μένα τό «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με» τά λέει ὅλα!».

Πρωτ. π.Θεολόγος Παντελῆς