ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΤΩΝ ΚΥΘΗΡΩΝ

Ἡ Ἱστορία τῆς Ἐπισκοπῆς Κυθήρων παρουσιάζει ἐξαιρετικό ἐνδιαφέρον καθόσον πρόκειται γιά μία ἀπό τίς ἀρχαιότερες ἐπισκοπές τῆς κυρίως Ἑλλάδος, τήν ὁποία ἐλάμπρυναν ἐξαίρετοι ἄνδρες πού διακρίθηκαν γιά τήν παιδεία καί τήν χρηστότητά τους. Εἶναι ἀληθινά ἄξιον ἀπορίας πῶς μιά τόσο μικρή νῆσος κατόρθωσε νά ἀποκτήσει δική της Ἐπισκοπή, τήν ὁποία διατήρησε ἐπί τόσους αἰῶνες, παρά τίς πολλές δοκιμασίες πού ὑπέστη (πειρατικές ἐπιδρομές, ἀνδραποδισμούς, ἐρημώσεις).

Ἡ ἐκκλησία στό νησί τῶν Κυθήρων κατέχει τήν πνευματική ἡγεσία καί ἐπηρεάζεται ἀπό τίς ἑκάστοτε πολιτικές μεταβολές, πού στήν πολυτάραχη ἱστορία τοῦ νησιοῦ ὑπῆρξαν πολλές. Τά Κύθηρα πέρασαν μεγάλες περιόδους ἐρήμωσης λόγῳ κυρίως τῶν πειρατικῶν ἐπιδρομῶν ἐνῷ ἡ τύχη τους ἦταν στενά συνδεδεμένη μέ τήν κυριαρχία στή θάλασσα τοῦ Αἰγαίου, πού περνοῦσε διαδοχικά ἀπό τό Βυζαντινό καί ἀργότερα ἀπό τόν Ἑνετικό στόλο στούς πειρατές πού ἐρήμωναν τά πολύπαθα νησιά.

Ἡ σπανιότητα ἤ ἀκόμη καί ἡ πλήρης ἔλλειψη πηγῶν καθιστᾶ τήν ἱστορία τῆς Ἐπισκοπῆς κατά τήν πρώτη χιλιετηρίδα καί μέχρι τόν 14ο αἰῶνα μᾶλλον ἀσαφῆ κι ἔτσι ἀγνοοῦμε πότε καί ἀπό ποιόν εἰσήχθη ὁ χριστιανισμός στά Κύθηρα. Τά Κύθηρα ὡστόσο σεμνύνονται γιά τήν Παρθενομάρτυρα Ἁγία Ἐλέσα (1η Αυγ.), ἡ ὁποία μαρτύρησε τό 375, προερχόμενη ἀπό τά μέρη τῆς Πελοποννήσου στό ἔρημο τότε ἀπό τίς ἐπιδρομές νησί γιά νά μονάσει, δεχόμενη τόν θάνατο ἀπό τά χέρια τοῦ ἴδιου της τοῦ πατέρα, εἰδωλολάτρη ἀξιωματούχου. Τό μοναστήρι τῆς Ἁγίας δεσπόζει σήμερα σέ ἐπιβλητικό ὄρος στά δυτικά τοῦ νησιοῦ.

Ἀπό τό ἔτος 500 μ.Χ. ἡ Ἐπισκοπή Κυθήρων ἀναφέρεται στούς Ἐκκλησιαστικούς χρονογράφους, οἱ Ἐπίσκοποι τῆς ὁποίας ἦταν τιτουλάριοι. Τό ἔτος 662 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτωρ Κώνστας ὁ Β΄ ὑπήγαγε ἐκκλησιαστικῶς τή νῆσο, μαζί μέ τίς Μητροπόλεις Πελοποννήσου καί Κρήτης στή δικαιοδοσία τοῦ Πάπα. Ἐπί Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, τό 716, ἡ Ἐπισκοπή τῶν Κυθήρων μέ τίς ὑπόλοιπες Ἐπισκοπές τῆς Ἑλλάδος καί ὁλόκληρου τοῦ ἀνατολικοῦ Ἰλλυρικοῦ, παρά τίς διαμαρτυρίες τῆς Ἁγίας Ἔδρας, ἐπανήχθη ὑπό τή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη. Κατά τήν γενόμενη ἐπί Λέοντος τοῦ Σοφοῦ διατύπωση τῆς τάξεως τῶν ἐκκλησιῶν, ἡ Ἐπισκοπή Κυθήρων ἀναφέρεται ὡς μία ἀπό τίς σημαντικότερες ὑπό τόν Πατριάρχη ἐπισκοπές τῆς Ἑλλάδος.

Ἀπό τά μέσα τοῦ 7ου αἰῶνος, τά Κύθηρα δοκιμάζονται ἀπό τις ἀραβικές ἐπιδρομές, πού μάστιζαν τά νησιά τοῦ Αἰγαίου. Τήν περίοδο αὐτή δέν ὑπάρχουν μαρτυρίες γιά ὀργανωμένη ζωή στά Κύθηρα, ἔτσι δυσκολευόμαστε νά παρακολουθήσουμε τήν ἱστορία τῆς Ἐπισκοπῆς. Ὡστόσο, τήν περίοδο αὐτή τῆς ἐρήμωσης ἄθλησε στό νησί ὁ δεύτερος Ἅγιος γιά τόν ὁποῖο σεμνύνεται ἡ νῆσος, ὁ Ὅσιος Θεόδωρος (12 Μαΐου), ὁ ὁποῖος ἦλθε ἀπό τήν Πελοπόννησο στά ἐρημωμένα Κύθηρα γιά νά μονάσει στά χρόνια τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Β΄ (10ος αἰώνας). Στή μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου ἀνεγέρθη Μονή ἀπό πιστούς πού ἦρθαν ἀπό τήν Πελοπόννησο. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου ἐξεδόθη τό 1747 στή Βενετία ἀπό τόν Βόρτολη.

Στά τέλη τοῦ 12ου αἰώνα τό νησί περνᾶ στήν κυριαρχία τοῦ Γεωργίου Παχύ ἀπό τή Μονεμβασία , ὁ ὁποῖος ἀργότερα παραδίδει τήν ἀρχή σέ ἐκπρόσωπο τοῦ ἀρχοντικοῦ οἴκου τῶν Εὐδαιμονογιάννηδων, ἐπίσης τῆς Μονεμβασίας. Στή συνέχεια τά Κύθηρα περιέρχονται στόν Ἑνετό εὐγενή Μάρκο Βενιέρη, ἀνακαταλαμβάνονται γιά ἕνα βραχύ διάστημα ἀπό τούς Βυζαντινούς γιά νά περάσουν ὁριστικά στήν οἰκογένεια Βενιέρη καί στήν Ἑνετική κυριαρχία μέχρι τήν ὁριστική κατάλυση τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας, τό 1797, μέ ἕνα διάλειμμα βραχείας τουρκικῆς κατοχῆς μεταξύ 1715-1718. Τήν πολιτική αὐτή μεταβολή παρακολουθεῖ ἀνάλογη ἐκκλησιαστική, καθώς τό 1304 ἡ Ἐπισκοπή προσκυρώνεται μέ χρυσόβουλο τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄ στή Μητρόπολη Μονεμβασίας. Μέ χρυσόβουλο τοῦ 1337 προάγεται σέ Ἀρχιεπισκοπή, πάντοτε ὅμως ἀναγνωρίζουσα τόν Μητροπολίτη Μονεμβασίας προϊστάμενο καί ἔξαρχο. Ἔτσι, μέχρι καί τό 1450 ὁ ἀρχιερέας τῶν Κυθήρων ἐκλέγεται ἀπό τήν ἑδρεύουσα στή Μονεμβασιά μικρή τοπική σύνοδο.

Ἡ κατάληψη τῆς Κρήτης ἀπό τούς Ἑνετούς θά ἔχει σημαντικές συνέπειες γιά τή θέση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κυθήρων. Τό 1313 ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ Α' ἀπομάκρυνε τούς ὀρθόδοξους ἐπισκόπους τῆς Μεγαλονήσου καί τοποθέτησε Λατίνους. Ἡ Ἑνετική κυβέρνηση, μετά ἀπό συνεννόηση μέ τόν Πατριάρχη Νήφωνα τόν Α', διέταξε τότε τούς ὑποψηφίους ἱερεῖς τῆς Κρήτης νά μεταβαίνουν στά Κύθηρα καί νά χειροτονοῦνται ἀπό τόν ἐπίσκοπο Κυθήρων. Μέ αὐτό τόν τρόπο, τό κύρος τῆς Ἐπισκοπῆς ἐξυψώθηκε, καθώς περιέλαβε στή δικαιοδοσία της ὁλόκληρη τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Ἡ δικαιοδοσία αὐτή τοῦ Ἐπισκόπου Κυθήρων διήρκεσε μέχρι τῆς ἀνασυστάσεως τῆς Ἐπισκοπῆς Κισσάμου Κρήτης κατά τό 1590.

Ἐν τῷ μεταξύ, τήν περίοδο αὐτή συμβαίνει ἕνα γεγονός πού θά ἀλλάξει γιά πάντα τήν πνευματική φυσιογνωμία τοῦ νησιοῦ : ἡ θαυματουργική εὕρεση τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, ἔργου κατά τήν παράδοση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Ἡ εἰκόνα εὑρέθη ἐν μέσῳ μυρσινῶν, μέ θαυματουργικό τρόπο ἀπό ἕνα βοσκό στήν περιοχή τῶν Μυρτιδίων κατά μία μαρτυρία τό 1160 ή, τό πιθανότερο, τό 15ο αἰῶνα. Ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας θά γίνει τό Ἱερό Σύμβολο καί ἡ Φοβερά Προστασία τοῦ νησιοῦ, ὅπως ἐπιβεβαιώθηκε γιά μία ἀκόμη φορά κατά τόν ἐπισυμβᾶντα μεγάλο σεισμό τῆς 8ης Ἰανουαρίου του 2006 καί θά δεθεῖ ἄρρηκτα μέ τίς ψυχές τῶν ἀπανταχοῦ Κυθηρίων. Τό ἱερό της προσκύνημα, μεγαλοπρεπή ναό τοῦ 19ου αἰῶνα πού ἀνεγέρθη ἐπί τοῦ παλαιοῦ καθολικοῦ τῆς εὑρέσεως, ἐπισκέπτονται κατ'ἔτος καί εἰδικά κατά τήν πανήγυρή της, στίς 24 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες πιστῶν ἀπό τήν Ἑλλάδα καί ὅλο τόν κόσμο.

Οἱ Ἐπίσκοποι τῶν Κυθήρων στή διάρκεια τῆς ξένης κυριαρχίας
καί ὡς τά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα

Ἡ διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων τῶν Κυθήρων εἶναι δύσκολο να ἀνιχνευθεῖ πρίν τόν 16ο αἰῶνα, λόγῳ ἔλλειψης ἐπαρκῶν πηγῶν. Πρῶτος ἐπίσκοπος τοῦ νησιοῦ ἐπί Ἑνετοκρατίας ὑπῆρξε ὁ Ζακύνθιος Διονύσιος Στρογγύλος, περί τό 1569, τόν ὁποῖο διεδέχθη ὁ περίφημος λόγιος Μάξιμος Μαργούνιος περί τό 1584, ὁ ὁποῖος ὅμως λίγο μόνο χρόνο παρέμεινε στά Κύθηρα, διότι ὁ Βενετός προβλεπτής ἀρνήθηκε στό Μαργούνιο νά ἐγκατασταθεῖ στά Κύθηρα κι αὐτός, «ἐπισκεφθείς τήν ἐπισκοπήν του ἐπέστρεψε εἰς Πατάβιον» (1584-1602). Τόν Μαργούνιο διεδέχθη ὁ Διονύσιος Κατηλιανός ἐκ Ζακύνθου (1609-1636), ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τήν ἀντίδραση τοῦ Κεφαλληνίας Ἄνθιμου Ἀντύπα, ὁ ὁποῖος ἐπωφελούμενος τῆς μακρᾶς ἀπουσίας τοῦ Μάξιμου Μαργουνίου καί τῶν δογματικῶν ἀντιλήψεών του περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπενέβαινε στήν ἐκκλησία τῶν Κυθήρων χειροτονῶντας τούς ἐπισκόπους της. Ζήτησε, λοιπόν, ἀπό τήν Ἑνετική κυβέρνηση τήν κατάργηση τῆς Ἐπισκοπῆς τῶν Κυθήρων, μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν μποροῦσε ὁ Μητροπολίτης Μονεμβασίας, ἐπίσκοπος τουρκοκρατούμενης περιοχῆς, νά χειροτονεῖ ἐπισκόπους ἑνετοκρατούμενης. Στά ἐπιχειρήματα αὐτά ὁ Διονύσιος Κατηλιανός ἀπάντησε μέ ἐπιτυχία καί πέτυχε τή διατήρηση τῆς Ἐπισκοπῆς τῶν Κυθήρων, βασιζόμενος στήν ἱστορική ὕπαρξη καί τά ἱστορικά δικαιώματα τῆς Μητροπόλεως. Ἑπόμενος ἦταν ὁ Ἀθανάσιος Βαλεριανός (1630-1636), ὁ ὁποῖος παραιτήθηκε ὑπέρ τοῦ Σωφρονίου Παγκάλου ἀπό τήν Κέα (1637-1648) γιά νά γίνει Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, τίτλο πού ἔφεραν τιμητικά οἱ Ἐπίσκοποι τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας τῆς Βενετίας. Ὁ Σωφρόνιος συνέγραψε τήν ἀκολουθία τῆς πολιούχου τῶν Κυθήρων Παναγίας Μυρτιδιώτισσας τό 1640, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε στή Βενετία τό 1747. Ἐπί Σωφρονίου οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ διαμαρτυρήθηκαν στό Πατριαρχεῖο καί στήν Ἑνετική Γερουσία, ὅτι στό νησί δέν ἐκλέγονται ντόπιοι ἐπίσκοποι καί πέτυχαν στό ἑξῆς νά ἐκλέγονται μόνο Κυθήριοι στήν ἐπισκοπική ἕδρα τῆς νήσου. Τό ἔθιμο αὐτό διατηρήθηκε μέχρι τό 1877, ὁπότε ἡ ἐκλογή γινόταν ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πρῶτος Κυθήριος ἐπίσκοπος ἐξελέγη ὁ Μακάριος Βενέρης τό 1656. Τόν διαδέχθηκε ὁ Φιλόθεος Δαρμάρος, χωρίς ὅμως νά γνωρίζουμε τήν ἀκριβή χρονική στιγμή τῆς ἐκλογῆς του, ὁ ὁποῖος παρέμεινε στή θέση αὐτή μέχρι τό θάνατό του, τό 1697, ὁπότε τόν διαδέχθηκε ὁ Νεκτάριος Βενιέρης (1697-1728). Ἀκολούθησαν οἱ Νεόφυτος Λεβούνης (1729-1757), Νικηφόρος Μόρμορης (1758-1770), ὁ Γρηγόριος Κασιμάτης (1771-1776), ὁ Νεόφυτος Καλούτσης (1776-1781) καί ὁ Ἄνθιμος Λεβούνης (1782-1816), ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ ὁποίου καταλύθηκε ἡ Ἑνετική κυριαρχία στά Ἑπτάνησα καί ἱδρύθηκε ἡ ἡμιαυτόνομη «Πολιτεία τῶν Ἡνωμένων Ἑπτανήσων», ὑπό τήν ἐπικυριαρχία τοῦ Σουλτάνου καί τῶν Ρώσων καί, τέλος, ἡ Ἰόνιος Πολιτεία, τό 1815, ὑπό τήν προστασία τῆς Ἀγγλίας. Τό διάστημα αὐτό τά Κύθηρα σημαδεύονται ἀπό ἔντονες κοινωνικές ἀναταραχές πού συνοδεύουν τήν κατάλυση τῆς Ἑνετικῆς διοίκησης και σφαγές ἀρχόντων ἀπό τούς ἐξεγερμένους χωρικούς, πού εἶχαν ὑποστεί τήν καταπίεση αἰώνων ἀπό τήν ἐντόπια ἀριστοκρατία, τίς ὁποῖες, παρά τίς προσπάθειές του γιά συνεννόηση μέσα στό κλῖμα τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, δέν κατάφερε νά ἀποτρέψει ὁ Ἄνθιμος. Τήν ἴδια περίοδο, κατά τή διάρκεια τῶν διωγμῶν πού ὑπέστησαν οἱ Ἑλληνικοί πληθυσμοί πρίν τήν Ἐπανάσταση, ἰδίως μετά τά Ὀρλωφικά καί κατά τή διάρκειά της, βρίσκουν καταφύγιο στό νησί πολλοί πρόσφυγες ἀπό τήν Πελοπόννησο. Στά Κύθηρα βρῆκε καταφύγιο κατά τό μεγάλο διωγμό τῆς κλεφτουριᾶς πρίν τήν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, ἀπ' ὅπου καί διέφυγε στή Ζάκυνθο, ὁ στρατηγός τῆς ἐλευθερίας μας, ὁ περίφημος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ ὁποῖος μάλιστα φέρεται μετά ἀπό τάμα νά ἀνακαίνισε τό μοναστήρι τῆς Ἁγίας Μόνης τοῦ κόσμου Ἐλπίδος, τῆς Παναγίας μας, γνωστό στά Κύθηρα ὡς Ἁγία Μόνη, πού βρίσκεται πάνω ἀπό τό σημερινό λιμάνι τοῦ νησιοῦ, στό Διακόφτι.

Ἀπό τό 1816 ὡς τό 1824 ἡ ἐπισκοπή παρέμεινε ἐν χηρείᾳ. Τό 1824 διορίστηκε ἀπό τόν Ἄγγλο ἁρμοστή Μαῖτλαντ ἐπίσκοπος Κυθήρων ὁ Προκόπιος Καλλονάς, ὁ ὁποῖος ἀπό τούς Ἄγγλους ἀποκλήθηκε «ἄνθος τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς» γιά τό παράστημά του, ἐνῷ ἐπί Ἀγγλικῆς προστασίας τά Κύθηρα προήχθησαν σέ Ἀρχιεπισκοπή. Ὁ Καλλονάς παρέμεινε Ἐπίσκοπος ὡς τό 1855, καί τό 1857 τόν διαδέχθηκε ὁ τελευταῖος Κυθήριος ἐπίσκοπος, ὁ Εὐγένιος Μαχαιριώτης, μετά τό θάνατο τοῦ ὁποίου, τό 1877, ὁ θρόνος ὑποβιβάσθηκε σέ Ἐπισκοπή. Μέ τήν Ἕνωση τῶν Ἰονίων Νήσων μέ τό Ἑλληνικό κράτος ἡ Μητρόπολη τῶν Κυθήρων συνδέει πλέον τίς τύχες της μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Τόν Μαχαιριώτη διαδέχθηκε ὁ Λευκάδιος Κωνσταντίνος Στρατούλης (1882-1892), πρώην διευθυντής τοῦ Λυκείου Ζακύνθου καί κατόπιν ἐφημέριος τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας στό Λίβερπουλ. Αὐτός ἦταν ὁ τελευταῖος Μητροπολίτης τοῦ 19ου αἰώνα γιά τά Κύθηρα καί ὁ πρῶτος πού ἐξελέγη ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Ἐπισκοπή τῶν Κυθήρων στόν 20ο αἰώνα

Μετά τό θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου Στρατούλη, τό 1892, ἡ χηρεύουσα ἕδρα δέν πληρώθηκε ἀπό τήν Ἱ.Σύνοδο, ἀλλά διοικήθηκε ἀπό τριμελή ἐπισκοπική ἐπιτροπή ἐπί ἐννέα ἔτη. Τό 1901 τήν Ἐπισκοπική ἕδρα κατέλαβε ὁ Εὐθύμιος Καββαθάς, Θηβαῖος στήν καταγωγή, μετά τό θάνατό του ὅμως (1915) ὁ θρόνος παραμένει κενός ἐπί ἑπταετία. Τό 1922 τήν ἕδρα καταλαμβάνει ὁ Δωρόθεος Κοτταράς, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κατά τό 1955. Ἤδη ἡ Ἐπισκοπή ἔχει προαχθεῖ σέ Μητρόπολη ἀπό τό 1922, ὅπως ὅλες οἱ Ἐπισκοπές τῆς Ἑλλάδος. Τό 1935 ἡ Μητρόπολη καταργεῖται καί ὑπάγεται στή Γυθείου καί Οἰτύλου. Μετά τήν ὑπαγωγή αὐτῆς στή Μητρόπολη Σπάρτης τό 1936, ἡ Μητρόπολη Κυθήρων ὑπάγεται κι αὐτή στή Σπάρτης μέ μητροπολίτη τό Διονύσιο Δάφνο, ὡς τήν ἀνασύσταση τῆς Γυθείου καί Οἰτύλου, ὁπότε ὑπάγεται πάλι σέ αὐτήν, μέ τοποτηρητή τόν Προκόπιο Καλλιοντζή. Ἡ Μητρόπολη Κυθήρων θά ἀνασυσταθεῖ τό 1942˙ τότε μητροπολίτης ἐκλέγεται ὁ Ἀμβρόσιος Ἀντωνόπουλος, μέχρι τό 1946, ὅταν μετατέθηκε στήν Παροναξίας.

Ἀπό τό 1946 ὡς τό 1956 τήν τοποτηρητεία τῆς Μητρόπολης θά ἀσκήσει ὁ Γυθείου καί Οἰτύλου Δημήτριος Θεοδόσης, ὡς τήν ἐκλογή στό θρόνο τοῦ Μελετίου Γαλανόπουλου. Ὁ Μελέτιος θά ἀρχιερατεύσει στό νησί ὡς τό 1969. Ἀπό τό 1969 ὡς τό 1974 τήν τοποτηρητεία θά ἀσκήσει ὁ Γυθείου καί Οἰτύλου Σωτήριος. Ἀπό τό 1974 ὡς τό 1979 Μητροπολίτης στό νησί θά διατελέσει ὁ Ἱερόθεος Δαλαρής. Ἀπό τό 1979 ὡς τό 1980 θά λάβει χώρα ἡ δεύτερη τοποτηρητεία τοῦ Γυθείου καί Οἰτύλου Σωτηρίου Κίτσου. Τό 1980 στό θρόνο τῶν Κυθήρων θά ἀνέλθει ὁ Ἰάκωβος Κορόζης, ὁ ὁποῖος παρέμεινε ὡς τό 1997. Ἀπό τό 1997 ὡς τό 1998 τήν τοποτηρητεία θά ἀναλάβει ὁ Σπάρτης καί Μονεμβασίας Εὐστάθιος. Ἀπό τό 1998 Μητροπολίτης Κυθήρων θά διατελέσει ὁ Κύριλλος Χριστάκης, μέχρι τή μετάθεσή του στή Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος τόν Ἰούνιο τοῦ 2005. Ἀπό τόν Ἰούνιο ὡς τόν Ἰούλιο τοῦ 2005 θά ὑπάρξει μια σύντομη τοποτηρητεία ἀπό τόν Σπάρτης Εὐστάθιο καί στίς 30 Ἰουλίου 2005 στό θρόνο θά ἀνέλθει ὁ Σεβασμιώτατος Κυθήρων κ.Σεραφείμ Στεργιούλης.

Ἱστορικά μνημεῖα τῶν Κυθήρων

Ἡ περίοδος τῆς Βυζαντινῆς κυριαρχίας στά Κύθηρα ἦταν σημαντική γιά τό νησί, ὅπως προκύπτει ἀπό τό πλῆθος τῶν ναῶν πού ἔχουν διασωθεί καί οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζεται ὅτι ἔχουν κτισθεί μεταξύ τοῦ 10ου καί τοῦ 15ου αἰώνα, ἄν καί ὑπάρχουν παλαιότερα μνημεῖα, ὅπως τό ψηφιδωτό ἀπό τό ναό τοῦ Ἁγ.Γεωργίου μέ παραστάσεις κυνηγετικῶν σκηνῶν, πτηνῶν καί ἑλληνιστικῶν μαιάνδρων καί χρονολογεῖται ἀπό τόν ΣΤ΄ ἤ τόν Ζ΄ αἰῶνα. Ὁ πλοῦτος τῆς βυζαντινῆς κληρονομιᾶς ἀποτέλεσε ἀντικείμενο ἔρευνας διαπρεπῶν βυζαντινολόγων καί τό νησί ἔχει θεωρηθεί μνημεῖο τῆς ἐποχῆς. Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἔχει ἐκδόσει εἰδικό τόμο μέ τή μελέτη 36 ἀπό τούς πιό σημαντικούς Βυζαντινούς ναούς τῶν Κυθήρων. Δίπλα ἀπό τό ναό τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρος, στό Κάτω Λειβάδι, βρίσκεται παλαιότερος ναός τοῦ 16ου αἰώνα ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται σήμερα γιά Μουσεῖο, στεγάζοντας τή συλλογή Βυζαντινῶν Τοιχογραφιῶν τῶν Κυθήρων, μέ ὑπέροχα δείγματα τοιχογραφιῶν ἀπό κατεστραμμένους ναούς ἤ ἀπό ἀποτοιχίσεις τοιχογραφικῶν στρωμάτων. Ἡ ζωγραφική τῶν φορητῶν εἰκόνων τῶν ναῶν ἔχει ἐπηρεασθεί ἀπό τήν κρητική τέχνη. Πλούσιο ἀρχειακό ὑλικό γιά τήν ἱστορία τῆς Ἐπισκοπῆς Κυθήρων διασώζεται στό Ἱστορικό Ἀρχεῖο Κυθήρων, πού υπό τα Γενικά Αρχεία του Κράτους λειτουργεί στο παλάτι τῶν Προβλεπτῶν στό Κάστρο τῆς Χώρας τῶν Κυθήρων.

(Τό σημείωμα αὐτό βασίστηκε στό μεγαλύτερο μέρος του σέ ἐργασία της Φιλολόγου κας Ἑλένης Χάρου Κορωναίου μέ τίτλο «Ἡ Ἐπισκοπή τῶν Κυθήρων» καί σέ ἐργασία του κου Ἐμμ. Π. Καλλίγερου, Δημοσιογράφου -Συγγραφέα μέ τίτλο «Μια ἀπόπειρα ἀποκατάστασης τῆς σειρᾶς διαδοχῆς στό Μητροπολιτικό θρόνο τῶν Κυθήρων από τό 16ο ὥς το 19ο αἰῶνα».)

footer

  • Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου Απόδοσις υψώσεως Τιμίου Σταυρού, Κοδράτου αποστόλου, Ιωνά προφήτου

  • Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 41 επισκέπτες

  • Εμφανίσεις Άρθρων
    1356474

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ