ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ
Τήν ἐποχή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὑπῆρχαν στήν Κόρινθο ἐκεῖνοι πού ἀμφισβητοῦσαν τό δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Ἀκόμη καί στίς ἡμέρες μας ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού θέλουν νά τό ἀμφισβητοῦν καί νά δίνουν μιά ἠθική σημασία σ’ ἐκεῖνο, ὅτι τάχα σημαίνει τήν ἀνάσταση – κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θέλοντας νά διδάξει καί νά πείσει τούς χριστιανούς περί τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων, πού ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῶν ἀγαθῶν, φέρει ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεώς μας τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Προετοιμάζει τόν λόγο του γιά τήν ἀνάσταση τῶν δικῶν μας σωμάτων, ὁμιλώντας γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποία ἀναφέρεται ἡ σημερινή Ἀποστολική περικοπή.
«Σᾶς παρέδωσα ἐν πρώτοις ἐκεῖνο τό ὁποῖο καί παρέλαβα», λέγει ὁ Ἀπόστολος. Ὄχι ἐκεῖνο τό ὁποῖο διδάχθηκε, ἀλλά ἐκεῖνο πού παρέλαβε, διότι αὐτά τά δόγματα τά γνώρισαν οἱ Ἀπόστολοι μέ ἔμπρακτη ἀπόδειξη καί ὄχι μέ θεωρητικούς μόνο λόγους. Τά γεγονότα τῆς θείας οἰκονομίας καί ἐν προκειμένῳ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι κάποια θεωρητική θεολογική διδασκαλία, ἀλλά ἐμπειρικό γεγονός. Πρόκειται γιά γεγονός πού ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν προσωπική πείρα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων διά μέσου τῶν αἰώνων. Παρουσιάσθηκε ὁ Χριστός πρῶτα στόν Κηφά, ἀπό τούς ἄνδρες, ἔπειτα στούς δώδεκα Ἀποστόλους, ὕστερα σέ πάνω ἀπό πεντακόσιους ἀδελφούς, μετά στόν Ἰάκωβο, ἔπειτα στούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους καί τέλος στόν Ἀπόστολο Παῦλο, μᾶς πληροφορεῖ ἡ σημερινή περικοπή.
Καί κανείς δέν θά μποροῦσε νά ἀμφισβητήσει τή μαρτυρία τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, ἐάν σκεφτεῖ τόν ζῆλο πού κατέλαβε ἐκείνους, ὥστε ὑποκινούμενοι ἀπό αὐτόν νά μήν φοβηθοῦν νά πάθουν τά ἴδια μέ τόν Διδάσκαλο, νά βαδίσουν ἀντιμέτωποι μέ τόν κίνδυνο, καί νά ἐγκαταλείψουν τίς πατρίδες τους γιά νά διδάξουν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Ἰησοῦ τόν λόγο πού τούς παραδόθηκε ἀπ’ Ἐκεῖνον. Διότι ὅποιος ἐξετάζει ἀμερόληπτα τά πράγματα δέν θά ἔλεγε ὅτι αὐτοί παρέδωσαν τούς ἑαυτούς τους σέ μιά περιπετειώδη καί γεμάτη κινδύνους ζωή ἐξαιτίας τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ, χωρίς κάποια μεγάλη βεβαιότητα καί πειστικότητα, ὅπως ἀναφέρει κάποιος ἐκκλησιαστικός συγγραφέας. «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ τέτοιο βαθμό ἔπεισε τούς μαθητές ὅτι ἀνέστη, ὥστε μέ αὐτά πού πάσχουν νά δείχνουν σέ ὅλους ὅτι, βλέποντας τήν αἰώνια ζωή καί τήν ὑποδεδειγμένη σέ αὐτούς καί μέ λόγο καί μέ ἔργο ἀνάσταση, περιφρονοῦν ὅλα τά ἐπίπονα πράγματα τῆς ζωῆς».
«Ἐάν ἀπό ὅλους μας κηρύσσεται ὅτι ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ, πῶς μερικοί, ἀντιλέγοντες στό ὁμόφωνο κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ἰσχυρίζονται ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν; Ἐάν ὅμως δέν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Ἐάν δέ ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι ἀδειανό καί χωρίς περιεχόμενο τό κήρυγμά μας, κούφια καί ἀνωφελής ἡ πίστη σας» (Α΄ Κορ. 15, 12-14).
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, νά μήν ἀμφιβάλλει κανείς στήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας περί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀναστάσεως τῆς δικῆς μας κατά τή Β΄ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι ὥστε καί ἡ ζωή μας νά κινεῖται ἀπό τό κίνητρο αὐτό τῆς ἀναστάσεως, μέ τήν ὁμολογία· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν».
Ἱεροδ. Ἱεροθέου Κρητικοῦ, Ἱεροκήρυκος

