Εκτύπωση

koimisi theotokou 1ΓΡΑΠΤΟΝ Θ. ΚΗΡΥΓΜΑ
Παναγία, «ὁ οὐρανός τοῦ Οὐρανοῦ».

     Πόσο καθαρός μπορεῖ νά εἶναι ὁ οὐρανός, καί πόσο τό ἀπέραντο μεγαλεῖο του; Ἀσύλληπτα ὄντως τά μεγέθη του, ἡ καθαρότητα του, καί ἡ ἀπεραντοσύνη του. Ὑπάρχει ἄρα κάποιος πού νά ξεπερνᾶ καί αὐτόν ἀκόμη τόν οὐρανό, ὡς πρός τήν μεγαλειότητα καί τήν καθαρότητα του αὐτή; Ὑπάρχει. Ἡ Παναγία μας, ἡ «Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν». Γιατί; Διότι, ὡς πρός μέν τό μέγεθος καί τήν μεγαλειότητα ἡ Παρθένος, κατά ἕνα πρωτοφανῆ καί ἀπερίγραπτο τρόπο, περιέλαβε μέσα της Αὐτόν πού κανείς τόπος δέν χώρεσε, δηλαδή τόν ἀχώρητο Θεό. Ὡς πρός δέ τήν καθαρότητα, διότι ἐκεῖνα πού δέν ἦταν δυνατόν νά δοῦν οἱ ἄνθρωποι μέ τά μάτια τους χωρίς νά σχισθοῦν ἤ νά ἀνοίξουν οἱ οὐρανοί, τίποτε δέν τούς ἐμποδίζει πλέον νά τά ἀπολαύσουν διά μέσου αὐτῆς.

Πράγματι, ὅπως λέει ἡ Γραφή, ὁ οὐρανός δέν μπόρεσε νά ἀντέξει τήν θεία ἀκτῖνα καί σχίσθηκε, ὅταν αὐτή διερχόταν. Διότι, λέγει ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος «εἶδε σχιζομένους τούς οὐρανούς», ὅταν τό Πνεῦμα κατῆλθε στόν Ἰησοῦ. Ἐνῶ ἡ Παναγία, ὅταν τήν ἐπισκέφθηκε τό Πνεῦμα, ἀπήλαυσε ἀκόμη περισσότερο τήν εἰρήνη, τήν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπεκάλεσε «πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν».
     Ἡ Παρθένος Μαρία ἔγινε ὁ ὑπερφυής τόπος τῆς ὑποστάσεως τοῦ Σωτῆρος. Τόν ἔφερε μέσα της μέ τόσο μεγάλη ἄνεση, ὥστε τόν κυοφόρησε καί τόν γέννησε ἀνωδύνως. Κανείς ὄντως ποτέ, λέει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, δέν ἦταν τόσο συνδεδεμένος μέ ἄλλον ἄνθρωπο, ὅσο ἡ Παρθένος μέ τόν Σωτῆρα. Καί ὅταν Ἐκεῖνος, ὁ Υἱός της, ἄρχισε νά θαυματουργεῖ καί νά ἐπανορθώνει τήν φύση, ἦταν πάντα κοντά Του. Καί ὅταν τόν φθονοῦσαν καί τόν μισοῦσαν, ἀπό αὐτούς πού εὐεργετοῦσε, ἡ Παρθένος πονοῦσε μαζί του καί δεχόταν τά βέλη τοῦ μίσους τους. Γιά αὐτό καί ἡ Παναγία μας δοκίμασε πρός χάριν μας θλίψεις καί ὀδύνες.
     Ὅταν πάλι χρειάσθηκε νά ὑποφέρει πάλι πρός χάρη μας ὁ Σωτῆρας, καί νά ἀποθάνει, πόσος μεγάλος ἦταν ὁ πόνος τῆς Παρθένου; Τί βέλη τήν διαπέρασαν; Καί ἐκεῖνος μέν καρφωμένος στόν Σταυρό δέχθηκε στήν πλευρά τήν λόγχη, ἐνῶ τῆς Παρθένου τήν καρδιά «διῆλθε ρομφαία», ὅπως τῆς εἶχε μηνύσει ὁ Ἅγιος Συμεών.
     Ἦταν ὅμως ἀνάγκη ἡ παναγία ἐκείνη ψυχή νά χωρισθεῖ ἀπό τό πάναγνο ἐκεῖνο σῶμα. Καί αὐτό τό σῶμα, ἀφοῦ παρέμεινε γιά λίγο στή γῆ, ἀναχώρησε καί αὐτό μαζί μέ τήν ψυχή. Διότι ἔπρεπε νά περάσει ἀπό ὅλους τούς δρόμους, ἀπό τούς ὁποίους διῆλθε ὁ Σωτῆρας. Νά λάμψει καί στούς ζωντανούς καί στούς νεκρούς, μέ τήν συμμετοχή της σέ ὅλα, νά ἁγιάσει τήν φύση καί νά λάβει τελικῶς τήν θέση πού τῆς ἁρμόζει. Ποιά εἶναι ἡ θέση αὐτή; Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἔβλεπε τήν Παρθένο νά εἶναι «θρόνος Θεοῦ ὑψηλός καί ἐπηρμένος», ἐνῶ τά χερουβείμ τά ἔβλεπε γύρω ἀπό τόν θρόνο. Καί ὄχι ἁπλῶς γύρω ἀπό τόν ἡλιοστάλακτο αὐτόν θρόνο, δηλαδή τήν Παναγία, ἀλλά νά στέκουν μέ συστολή καί φόβο χωρίς νά τολμοῦν, οὔτε νά τόν ἀντικρύσουν.
     «Τήν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ» ὁ ὀρθόδοξος εἰκονογράφος τήν τοποθέτησε στήν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος ἐπονομάζοντας την ὡς «Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν». Ἐκεῖ στέκει ζωντανή ἡ Παναγία μας ἀνά τούς αἰῶνες, ὡς γέφυρα καί κλίμακα οὐρανοῦ καί γῆς, ὡς μεσίτρια πρός τόν φιλάνθρωπο Θεό καί ὡς προστάτιδα τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Αὐτή τήν μάννα μας, κλίνοντες τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ἄς παρακαλέσουμε, ἐξαιρέτως σήμερα καί μέ ὀχετούς δακρύων. Τί νά κάνει; Νά μεσολαβήσει ὡς φιλόστοργη μάννα μας καί νά παρακαλέσει γιά πολλοστή φορά, ἔτι καί ἔτι, τόν Κύριο καί Υἱό της νά γίνει ἵλεως στίς πολλές μας ἁμαρτίες καί τίς πολλές μας ἀποστασίες. Ἄς γίνει ἡ σημερινή πανήγυρή της, αἰτία εὐλογίας καί πανευφρόσυνης χαρᾶς γιά κάθε θεοφιλῆ ψυχή. Συγχρόνως δέ, ἄς ἀποτελέσει ἐγερτήριο σάλπισμα καί ἐφαλτήριο γιά κάθε πονεμένη καί πληγωμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχή, πού καθημερινῶς πλέον καί ἐμπόνως θά χαιρετίζει τήν Παναγία. «Παρακαλῶ σε Παρθένε βοήθησον ἡμᾶς ἐν τάχει, καί μή παραβλέψεις τήν προθυμία μας νά σέ ὑμνολογοῦμε, ὄχι μόνο μέ τά χείλη, ἀλλά καί μέ τήν καρδιά μας. Ὄχι μόνο στήν ζωή αὐτή, ἀλλά καί μετά ἀπό αὐτήν, στήν αἰώνια». Ἀμήν.

Πρεσβ. π. Παῦλος Καλλίκας