ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΛΟΥΚΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ (12-12-2021)

megalos deipnos 2ΓΡΑΠΤΟΝ Θ. ΚΗΡΥΓΜΑ

     Ἔτσι, ὅπως ὁ Κύριος διατυπώνει τήν παραβολή αὐτήν τοῦ Μεγάλου Δείπνου, ἀβίαστα ἐξάγεται μέσα ἀπό αὐτήν τό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος, τήν ὥρα πού παίρνει στάση ὀλέθρια γιά τόν ἑαυτό του, δέν τό καταλαβαίνει, δέν τό γνωρίζει, δέν τό ἀποδέχεται. Γιατί; Διότι δέν φθάνει μέσα του τό φῶς ἀπό τόν Χριστόν. Καί γιατί δέν φωτίζεται; Διότι, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά φωτισθεῖ, πρέπει νά σηκωθεῖ ἀπό τόν ὕπνο του, νά ὁμολογήσει τήν πνευματική του τύφλωση ὡς μία νέκρα, καί νά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς. «Ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἀπό τῶν νεκρῶν, καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός».
     Ἡ σωτηρία ἀποκαλύπτεται σ᾿ αὐτούς πού τήν θέλουν. «Βουλομένων ἡ σωτηρία». Αὐτή τήν φράση τήν ἀναφέρει ὁ Θουκυδίδης μέ ἄλλη ἀφορμή, ἕνα ἐπίγειο κίνδυνο. Φανερώνει, ὅμως, αὐτός ὁ λόγος τό ἀληθινό καί βαθύτερο πρόβλημα τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πού συνίσταται στό ὅτι ἡ βούλησή του δέν στρέφεται πρός τόν Θεό πού σώζει. Αὐτό γίνεται μέ τήν μετάνοια. Σ᾿ αὐτήν καλεῖ ὁ Θεός. Στό νά ἐπιστρέψει ὁ ἄνθρωπος τήν καρδιά του πρός τόν Θεό ἀπελευθερώνοντάς την ἀπό τά ἄλλα πού τήν ἔχουν κερδίσει,.

     Ἐλᾶτε στό Δεῖπνο μου πού σᾶς περιμένει, ἐλᾶτε στήν Βασιλεία πού σᾶς ἑτοίμασα, ἐλᾶτε στήν χαρά πού ἐπιθυμῶ νά σᾶς δώσω. Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου: Δέν θέλω ἤ καί ἄν τυχόν ἤθελα, ὅμως δέν μπορῶ νά τό κάνω. Κάτι ἄλλο ἔχει ἑλκύσει τήν βούλησή μου καί μοῦ καθιστᾶ ἀδύνατο νά δεχθῶ τήν πρόσκλησή σου.
     Αὐτή εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁμιλεῖ ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος διεκδικεῖ γιά τόν ἑαυτό του τό δικαίωμα νά βάζει τό θέλημα τό δικό του, τήν προσκόλλησή του πάνω ἀπό τήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, πάνω ἀπό τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
     Οἱ ἄνθρωποι πού ἀρνοῦνται τήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ νά συμμετέχουν στό Τραπέζι τῆς Θείας Εὐχαριστίας πού παραθέτει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο σέ κάθε Θεία Λειτουργία, εἶναι πεπεισμένοι ὅτι κάνουν τό σωστό. Δέν βρίσκουν στόν ἑαυτό τους ὅτι ἔχει κάνει κάποιο λάθος. Γι΄ αὐτό καί δέν μετανοοῦν, οὔτε ἐξομολογοῦνται. Καί ἄν ὑποθέσουμε, γιά κάποιο λόγο, φθάσουν ὥς τήν ἐξομολόγηση, δέν ἐξομολογοῦνται αὐτά πού πρέπει νά ἐξομολογηθοῦν. Γι᾿ αὐτό καί δέν ὠφελοῦνται. Διότι δέν βρίσκουν στόν ἑαυτό τους τό ὄντως σφᾶλμα τους, γιά νά τό ἐξομολογηθοῦν. Γιά τίς ἐπιλογές τους, γιά τίς ἀξιολογήσεις τους, γιά τίς προτιμήσεις τους δέν μετανοοῦν.
     Πολλοί ἀπό αὐτούς πού κάποτε ἐξομολογοῦντο, ἔρχεται ὥρα πού κάνουν αὐτό πού λυπεῖ τόν Θεόν. Ποῦ πῆγαν ἐκεῖνες οἱ ἐξομολογήσεις; Στήν πραγματική ἐξομολόγηση ὁ ἐξομολογούμενος ἀνοίγει τήν καρδιά του γιά νά πέσει ἐκεῖ μέσα φῶς. «Πᾶν τό φανερούμενον φῶς ἐστι», μᾶς εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ καλός ληστής πρῶτα φωτίστηκε νά καταδικάσει τόν ἑαυτό του, καί ἔπειτα ἄνοιξε τό στόμα του σέ ἀληθινή ἐξομολόγηση καί ὁμολογία, πού ἔκρουσε τήν πύλη τοῦ οὐρανοῦ καί τοῦ τήν ἄνοιξε.
     Καί ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἔχουν ἀξιολογήσει «πάντες», σύμφωνα μέ τήν παραβολή, ὡς μόνα ἀναγκαῖα πράγματα γιά τήν ζωή τους τά χρήματα, τά κτήματα, τήν ἐκπλήρωση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν. Καί γι᾿ αὐτό ἡ πρόσκληση τοῦ Θεοῦ συναντᾶ τήν ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου.
     Γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο εἶναι ἀμφίβολο ἄν μετανοεῖ, καί ἐνίοτε εἶναι ἀκόμη πιό ἀπίθανο νά μετανοεῖ, ἄν εἶναι θρησκευόμενος ἄνθρωπος πού αὐτοδικαιώνεται. Δέν τόν προβληματίζει ἄραγε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, αὐτό τό «πάντες»; Πῶς νομίζει ὅτι τόν δικαιώνει τό γεγονός ὅτι κάνει καί αὐτός ὅ,τι κάνουν ὅλοι, ὅ,τι κάνουν οἱ πολλοί; Τήν στενή πύλη καί τεθλιμμένη ὁδό μᾶς ὑπέδειξε ὁ Χριστός, ὄχι τήν πλατεῖα καί εὐρύχωρο.
    Δέν ἔσκυψε λοιπόν ὁ ἄνθρωπος νά ἐρευνήσει τά λόγια τοῦ Χριστοῦ καί ἔχοντας αὐτά ὡς κριτήριο νά μάθει ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μπορεῖ νά διακρίνει ποῦ ἔσφαλε, γιά νά μετανοήσει. Γι᾿ αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό του ἔχει τήν γνώμη ὅτι εἶναι καλός ἄνθρωπος. Καί γι΄ αὐτό ἔχει τήν γνώμη ὅτι ὁ καλός Θεός ὅλα τοῦ τά δικαιολογεῖ. Οἱ δύο φράσεις πού ὁ Χριστός βάνει στό στόμα τῶν προσκεκλημένων πού αρνήθηκαν τήν πρόσκληση στό δεῖπνο, «σέ παρακαλῶ ἔχε με παρῃτημένον» καί «οὐ δύναμαι ἐλθεῖν», ἀποτυπώνουν τήν ὑποκρισία τῆς σημερινῆς γενεᾶς πού φρονεῖ ὅτι εἶναι ἐντάξει μέ τόν Θεό, τήν ἴδια ὥρα πού ἀρνεῖται νά δεχθεῖ τήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ στό Δεῖπνο τῆς σωτηρίας, τήν ἴδια ὥρα πού ἀρνεῖται νά ὑπακούσει στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
     Στήν ἐρώτηση γιατί δέν πάει στήν ἐκκλησία, ἀπαντήσεις προσάγει πολλές.Ἡ πιό εὐγενική: στό σπίτι μου προσεύχομαι καί ὁ Θεός μέ ἀκούει. Σήμερα ἔχει καί ἄλλα πράγματα νά ἐπικαλεσθεῖ. Τήν ἐπιδημία, τόν φόβο πού ἔχει ὅτι ἄν πάει στήν Ἐκκλησία, καί μάλιστα, ἄν προσέλθει στήν Θεία Κοινωνία, κινδυνεύει ἡ ὑγεία του. Ἔχει μάλιστα νά ἐπικαλεσθεῖ καί περιστατικά ἀνθρώπων πού, παρά τό ὅτι πήγαιναν στήν Ἐκκλησία, ὅμως ἀρρώστησαν. Ἄρα, βγάζει ὅ ἴδιος τό συμπέρασμα ὅτι εἶναι καί μέ τήν βούλα πλήρως δικαιολογημένος γιά ὅ,τι κάνει. Καθόλου δέν ὑποψιάζεται ὅτι σ' αὐτόν ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «ἐπειδή λέτε ὅτι βλέπετε, ἡ ἁμαρτία σας μένει».
     Δέν καταλαβαίνει ὅτι ἔχει γυρίσει τήν πλάτη στόν Θεό. Διότι ὁ Θεός, ὅπως τόν ἔχει αὐτός μέσα στό μυαλό του, τοῦ ἐγκρίνει ὅλα ὅσα κάνει. Θεωρεῖ γιά τόν ἑαυτό του ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἐγκρίνει τίς προτεραιότητες πού ἐκεῖνος ἔχει ἐπιλέξει, νά δῆ τό χωράφι, νά ἀσχοληθῆ μέ τά βόδια, αὐτά γιά τήν ἀγορά τῶν ὁποίων διέθεσε τά χρήματά του. Ἐπιπλέον, βάζει πάνω ἀπό ὅλα τήν προσκόλλησή του στή γυναῖκα τήν ὁποία ἐπιθυμεῖ. Ἡ ἀπάντησή του κατηγορηματική: «Δέν μπορῶ νά ἔλθω». Ἄν εἶναι θρησκευόμενος ἄνθρωπος, μπορεῖ νά κάνει προσευχές, ἀλλά γιά νά ἔχει χρήματα, καί γιά νά ἱκανοποιεῖται ἡ ἐπιθυμία του.
     Καί ὅμως, ἄν εἶχε διάθεση νά φωτισθεῖ. ἀπό τόν Θεό, θά καταλάβαινε δτι ὅ Θεός εἶναι λυπημένος μαζί του, διότι δέν θέλησε νά ἐννοήσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό ἀπαρνούμενος τόν ἑαυτό του. Διότι αὐτό θέτει ὁ Χριστός ὡς ὅρο γιά ὅποιον τόν ἀκολουθήσει, ἔγγαμο ἤ ἄγαμο, νά ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο. Οὔτε κατάλαβε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ὑπάρχει γιά τά κτήματα καί τά χρήματα, οὔτε γιά τά ὑποστατικά, οὔτε ἀκόμη γιά τήν σχέση πού μπορεῖ νά ἔχει ἕνας ἄνδρας μέ μιά γυναίκα, άλλά γιά νά ἀποζητήσει κατά ἀποκλειστική προτεραιότητα τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἕτοιμος γιά χάρι Του μετά χαρᾶς ὅλα νά τά θυσιάσει.
     Ὅταν κανείς δέν ἔχει μέσα τον ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἔχει ἀγάπη γιά ἄλλα πράγματα, καί δέν καταλαβαίνει γιατί στήν ζωή του τά πράγματα ἐξελίσσονται ὅπως ἐξελίσσονται. Δέν θέλησε νά σταθεῖ ἀπό τό πρωί μέσα στήν Ἐκκλησία ὑποτασσόμενος στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί κατήντησε νά στέκεται σέ οὐρές ἔξω ἀπό τίς τράπεζες, ἔξω ἀπό τά νοσοκομεῖα, ἔξω ἀπό ποικίλα κέντρα. Δέν θέλησε νά πάει μέ τήν θέλησή του ἐκεῖ ὅπου ὁ Θεός ἐργάζεται τήν σωτηρία του καί τώρα πηγαίνει ὡς ἄβουλο ὄν, ἐκεῖ ὅπου τόν ἐξαπατοῦν καί τόν ἐκβιάζουν.
Ὅταν ὁ Θεός τόν προσκαλοῦσε, αὐτός δέν ἄκουγε, γι' αὐτό καί ἔμεινε ἀφώτιστος, ἡ προσευχή του δέν εἰσακούεται, ὁ κόπος του πηγαίνει χαμένος. Ὁ Θεός ὅλα τά ἔκανε γιά νά δικαιώσει τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν δέχεται τήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, τήν δικαίωση πού τοῦ προσφέρει δωρεάν ὁ Θεός, αὐτή ἤ ἴδια ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στόν Θεόν, αὐτή διαμορφώνει καί τήν στάση τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στόν ἄνθρωπο. Λέει, δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια ὁ Θεός: Ἐσύ δέν ἦρθες στό Δεῖπνο μου, ἐνῶ σοῦ τό προσέφερα. Ἀφοῦ λοιπόν δέν τό δέχθηκες, δέν θά τό ἔχεις.
Ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τούς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. Γι' αὐτό καί μᾶς προτρέπει νά τοῦ ζητοῦμε τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Πνεῦμα τό εὐθές «Πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου». Ἄς ἱκετεύσουμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς τήν Ἁγία Τριάδα: «Πάτερ ἀγαθέ, Υἱέ μονογενές, Πνεῦμα τό εὐθές, ἐλέησόν με».

Ἀρχιμ. π. Χρυσόστομος Τροχαλάκης

Εκτύπωση